Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

saudade



οι πιο πολλοι λενε πως η γλωσσα ειναι πηγη παρεξηγησεων. πως η γλωσσα μπερδευει. πως η γλωσσα ειναι φτωχη. πως αλλο εννοω εγω κι αλλο εσυ. το μπορντω γω το λεω κοκκινο, εσυ μωβ. πολλοι λενε οτι τα συναισθηματα δεν υπαρχουν λεξεις να τα πουνε. μονο να περιγραψουνε τα συμπτωματα κι υστερα να τα βαφτισουμε ολα αυτα σε μια εννοια. κι υστερα απο τουτες τις μεγαλοστομες παραδοχες ερχεται μια λεξη απο το πουθενα και αντιλαμβανεσαι πως η βαβελ οντως υπηρξε. και οι μυθοι ειναι αληθεια. γιατι τα συναισθηματα ειναι παγκοσμια. η πιο παγκοσμια γλωσσα. περα και πανω και εξω απο ολες τις αλλες τεχνες. το αυτι, το ματι, η κουλτουρα σε μαθαινουν να αναγνωριζεις σε διαφορετικα ηδη τον πονο, τη χαρα ή τον ερωτα σου. την απωλεια και το πενθος. το θυμο και το ανομολογητο. 

αν μοναχα μπορουσαμε να μιλουσαμε και να σκεφτομαστε σε ολες τις γλωσσες τοτε μοναχα αυτη η αποσταση αναμεσα στα λογια και τις αισθησεις θα γινοταν ενα. ολες οι προτασεις θα μικραιναν σε υψος και το βελος της εννοησης θα χτυπουσε το αλικο κεντρο. καθε φορα. ενα επιθετο. ενα ρημα. ενα ουσιαστικο. θα ειχαμε τη λιτοτητα του Χεμινγουεη και τη μαγια του Νερουντα και ολων των ποιητων. ενω τωρα, τωρα που το τρωτο μυαλο δεν χωραει καν να θυμαται ποσες λαλιες μιλουνται στον κοσμο, αυτον τον κοσμο τον μικρο, τον μεγα, αρκεισαι σε τυχαιες συναντησεις σκορπιων λεξεων. σπανιες, μα τοσο δυνατες.

κι ετσι καπως ερωτευτηκα μια λεξη. μηνες ψαχνω να βρω τι ειναι αυτο που μεταμορφωνομαι. τι προσωπο φορει αυτο που κυοφορω στην καρδια μου. και οπως συμβαινει με ολους τους μεγαλους κι αληθινους ερωτες η συναντηση εγινε εκει που δεν το περιμενα. σε μια εντελως ακαταλληλη στιγμη που σφιζω απο βαρεμαρα κλεισμενη μεσα στους τεσσερις τοιχους της δουλειας εδω και σαρανταοχτω ωρες. μιας δουλειας που ρουφα τα τελευταια ζωηρα κυτταρα της φαντασιας και της φαιας ουσιας μου. την ωρα που πιστευα οτι πασχω απο καλπαζουσα αλλοφροσυνη. απο εμμονες ανεκπληρωτες ή παντελως φαντασιακες. την ωρα που μου λειπει αυτο που δεν εχω. την ωρα που μισω αυτο που εχω ή αμφιβαλλω αν οντως τελικα το ειχα και ποτε. την ωρα που ζηλευω εκεινο που λατευω. και παει λεγοντας. δεν μπορω να το εξηγησω. 

και να τη η λεξη μου. να την. τοσο ομορφη. τοσο υπεροχη. εχει τα δακρυα για φορεμα και τα χαμογελα για γιορντανια. εχει το παθος και την αγαπη και τη νοσταλγια και τη μελαγχολια και το φοβο και την απογνωση και την επιγνωση. εχει τα παντα. ειναι τελεια. και ειναι εγω.

Saudade λοιπον. 

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

silence

I truly do not understand.



Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

εκτος Τοπου και Χρονου

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ 
 
Μ.Ν. Περπατώ μες στ' αγκάθια μες στα σκοτεινά
          σ' αυτά που 'ναι να γίνουν και στ' αλλοτινά
         κι έχω για μόνο μου όπλο μόνη μου άμυνα
         τα νύχια μου τα μωβ σαν τα κυκλάμινα.

  Α.   Παντού την είδα. Να κρατάει ένα ποτήρι και να κοιτάζει στο
         κενό. Ν' ακούει δίσκους ξαπλωμένη χάμου. Να περπατάει στο
         δρόμο με φαρδιά παντελόνια και μια παλιά γκαμπαρντίνα.
         Μπρος από τις βιτρίνες των παιδιών. Πιο θλιμμένη τότε. Και
     
    στις δισκοθήκες, πιο νευρική, να τρώει τα νύχια της. Καπνίζει
         αμέτρητα τσιγάρα. Είναι χλωμή κι ωραία. Μ' αν της μιλάς
         ούτε που ακούει καθόλου. Σαν να γίνεται κάτι άλλου - που
         μόνο αυτή τ' ακούει, και τρομάζει. Κρατάει το χέρι σου σφι-
         χτά, δακρύζει, αλλά δεν είναι εκεί. Δεν την έπιασα ποτέ και
         δεν της πήρα τίποτα.

Μ.Ν. Τίποτα δεν κατάλαβε. Όλη την ώρα μου 'λεγε «θυμάσαι;» Τι
          να θυμηθώ. Μονάχα τα όνειρα θυμάμαι γιατί τα βλέπω νύχτα.
          Όμως τη μέρα αισθάνομαι άσχημα - πως να το πω: απροε-
          τοίμαστη. Βρέθηκα μέσα στη ζωή τόσο άξαφνα - κει που δεν
          το περίμενα καθόλου. Έλεγα «μπα θα συνηθίσω». Κι όλα γύ-
          ρω μου έτρεχαν. Πράγματα κι άνθρωποι έτρεχαν, έτρεχαν -
          ώσπου βάλθηκα κι εγώ να τρέχω σαν τρελή.
Αλλά, φαίνεται, το
          παράκανα. Επειδή -δεν ξέρω- κάτι παράξενο έγινε στο τέ-
          λος. Πρώτα έβλεπα τον νεκρό κι ύστερα γινόταν ο φόνος.
          Πρώτα ερχόταν το αίμα κι ύστερα ο χτύπος κι η κραυγή. Και
          τώρα όταν ακούω να βρέχει δεν ξέρω τι με περιμένει...


Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

είναι διγαμία ν' Α-γαπάς και να ονειρεύεσαι.

Κορωνη 2011

Γυρνωντας το ρολοι πισω καποιους μηνες βλεπω σε ποσο τρελους ρυθμους περασα την Ενηληκιωση. Οχι το καταναγκαστικο μπαρ μιτσβα μου. Την ουσιαστικη. Εκεινη που γεμιζει με την πρωτη ρυτιδα την ψυχη σου. Αγαπησα τοσα μερη. Ομορφα μερη. Τοσους ανθρωπους. Ποσα φιλια, ποσες αγκαλιες, ποσα ταξιδια. Καστρα πανω απο θαλασσες πιο γαλανες απο το γαλαζιο. Αμμουδιες κρυφες που μυστικα ανακαλυπταμε και με ενθουσιασμο μικρων παιδιων δεν τις ομολογουσαμε πουθενα. Η δικη μας κρυφενια παραλια που μετα ολο και καποιος την ανεφερε σαν προορισμο και το μουτρο μας κατσουφιαζε. Γιατι ο παραδεισος μας δεν ητανε τελικα τοσο απατητος. Μα υστερα σαν το σκεφτομαι ειναι τοσο ομορφο που το δικο μας ξυλινο σπιτακι πανω στο δεντρο ειναι ο παραδεισος κι αλλων που αγαπιουνται ή που αγαπηθηκαν εστω για μια στιγμη. Περπατησαμε σε μονοπατια ποιητων που μιλησαν για την μεταμελεια που φορα ξυλοπαπουτσα. Φαγαμε συκα που κοψαμε πριν ενα δευτερολεπτο απο τα δεντρα. Ροδια μεγαλωμενα στις αυλες γνωριμων σπιτιων. Ειδα τη γατα μας να γενναει δυο φορες. Δουλεψα σ' ενα σχεδον "τηλεοπτικο" πλατο με χαρακτηρες γραμμενους στο ποδι κωμικου σεναριογραφου. Ολοι με τις καρυκευμενες τους ιστοριες που μονο οι μικροι τοποι ξερουν να διαιωνιζουν τοσο καλα μεσα στα χρονια. Οι ιδιες, ενηλικες πια ιστοριες, σχεδον εικοσι χρονω, ειπωμενες απο στομα σε στομα, ειπωμενες μια απο τους πρωταγωνιστες, μια απο δευτεραγωνιστες και μια απο καποιους που απλα τις ειχανε ακουσει απο αλλους και ο κυκλος της αναγεννησης τους τις εκανε σχεδον μυθικες. Ω, ποσο ειμαστε παιδια του Ομηρου.

Εμενα οι φιλοι μου ειναι πουλια αγρια και σκορπισανε σε πολεις ξενες που δεν μπορω να μαθω ολες τις γλωσσες τους. Μου δωσανε το γαλα μου να μεγαλωσω κι επειτα ξαμοληθηκα να γνωρισω τον κοσμο. Ενα μικρο βημα οχτακοσιων χιλιομετρων. Λιγο πριν το πιο μεγαλο βημα. Κι επειτα το ακομα πιο μεγαλο. Ειμαι σαλτιμπαγκος. Μεγαλωσα για να γινω ενας χορευτης της πλασης. Να με κοιταξουν ολοι οσοι μπορουν να δουν δυο λυπητερα ματια να χορευουν την ωρα που αναπολουν.

Εζησα, ζησαμε τις απωλειες αγαπημενων που βγαλανε φτερα μεσα μας κι εκει πια τους συναντουμε. Σε γευσεις, σε αρωματα, σε τοπους. Ο ενας στα ματια του αλλου. Στις ιστοριες που μοιραζομαστε για εκεινους. Παντα σε χρονο ενεστωτα. Στα μαλλια μου που θα μεινουν πλεον κοκκινα. Κοκκινα. Και να καινε. Να με καινε. Να με ζεσταινουν.

Ομολογησα την αγαπη μου που δεν θα επρεπε ποτε να ομολογησω και γνωρισα τις σιωπες της αγαπης. Ονειρευτηκα το αυριο αυτης της αγαπης και σχιστηκα αναμεσα στο λογικο και το φαντασιακο. Θα αφησω το χρονο να μας δειξει που θα μας παει. Η λογικη λεει: θα παει μακρια. Μακρια εγω απο εσενα. Η φαντασια λεει: επανω στο σωμα σου. Εκει γυροφερνει το μυαλο μου και μια χτυπιεται απο τη λυσσα και μια γλυκαινει απο την προσμονη του ανεφικτου. Με ραγισες. Κι ακομα σε ερωτευομαι. Φευγεις κι εγω σε ερωτευομαι περισσοτερο. Δεν σε βλεπω και τιποτα δεν εχει σημασια να δω πια. Περα απο εσενα. Μην τρομαζεις. Σε παρακαλω μην τρομαζεις. Ειμαι τυφωνας. Αυτο ειμαι και τιποτα αλλο. Μην τρομαζεις. Που σ' αγαπω μην τρομαζεις. Ετσι αγαπουν οι τυφωνες, σαλτιμπαγκοι.

Η χωρα χανεται. Ο κοσμος χανεται. Οι φιλοι φευγουνε. Ο ερωτας μου ειναι φοβισμενος. Ολα ειναι ρευστα. Η ελπιδα σβηνει και αναβει. Μαζοχισμος και σαδισμος. Μα αυτη την ωρα απλα επιλεγω να αγαπω ολα αυτα που επιθυμησα, που μοιραστηκα, που μου λειπουνε, τους φιλους, Εσενα, την Αθηνα, το χωριο μου, την πολη μου, την ασχημια των ανθρωπων, το λακωνικο σου μηνυμα που σταματησε ενα μπιπ της καρδιας... Ολα τ' αγαπω αποψε. Αγαπω. 

Ειμαι ενας τυφωνας, σαλτιμπαγκος που δεν νιωθει τιποτα αλλο περα απο αγαπη. Αγαπη.


Καστρο Κορωνης 2011

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Sweet Charity

Τιποτα. Δεν καταλαβες ποτε τιποτα. Απο οσα ειμαι, απο οσα νιωθω, απο το ποσο κραταει το αυριο. Μια αιωνιοτητα και μια μερα. Μια μερα που εγω θυμαμαι δεμενη στο λαιμο σαν φυλχτο. Δεν θα φυγει ποτε της απο εκει. Ο,τι κοροιδεψα το γευτηκα. Και η γευση του ειναι στιφη. Ειναι αλμυρη. Ειναι γλυκια. Γιατι αυτο το φυλαχτο και αυτα τα ονειρα και ολο το συμπαν μου λεει πως δεν μπορει να μην καταλαβες τιποτα. Πως δεν ειμαι τοσο τρελη ή τοσο παιδι που να τρεχω πισω απο πουκαμισα αδειανα. 

Θελω να μην υπηρχες. Ποσο τετριμενο. Ποσο χιλιοειπωμενο. Μα η φυση μας ειναι καταδικασμενη. Ολα οσα ηταν να ειπωθουν ειπωθηκαν απο τον πρωτο ανθρωπο. Μετα αντιγραφες και ξανα παλι αντιγραφες πανω στις πρωτες εκεινες ανυπογραφες γραφες. Γιατι το στομα μπορει να πει οσα το χερι αδυνατει. Γιατι το σωμα μιλαει τοσο πιο ευγλωττα τον ερωτα, την απατη, το μισος, τη διχονοια. Το βλεμμα αρκει για να πει τι ειναι φθονος. Το αγγιγμα τι ειναι ποθος. Η κραυγη μεσα στο στηθος τι ειναι αγαπη. Αυτη η μικρη, πελωρια κραυγη που ολο μαλωνει με το ελλογο.  Γιατι η αγαπη δεν ειναι μονο κατι που αισθανεσαι. Ειναι κατι που βιωνεις. Που μεγαλωνεις μεσα σου. Που το εχεις να σου κλωτσαει το μυαλο, την κοιλια, τη ραχοκοκαλια. Που αποζητα για θηλαστρο τα χειλη του, τα χερια του, τα ματια του, το κορμι του. Ποσο βασανο ειναι αυτη η αγαπη. Ποσο βασανο.

Ποσος πονος για μια και μονη ιδεα, που θα ελεγε και ο ποιητης. Αν αφηνες λιγακι τον εαυτο σου. Να νιωσει. Να τολμησει. Να  ξεφυγει απο τις νορμες του. Αν μου χαριζες το στομα σου για δωρο μια γιορτη ποσο ομορφα θα ητανε ολα. Ο κοσμος θα καταστρεφοταν, μα εγω θα ημουνα ευτυχισμενη. Γιατι δυστυχως υπηρξες και δυστυχως σε γνωρισα και δυστυχως (ή ευτυχως) σε συναντησα και σε ονειρευτηκα. Και η ιστορια μας εμεινε στα πρωτα κλικ κλακ του συγγραφεα. Γιατι ειναι τεμπελης ο συγγραφεας της δικιας μας ιστοριας. Τεμπελης σαν εμενα και τυφλος σαν εσενα. 

Σ' αγαπαω τοσο βαθια. Και καπου στην παραζαλη ξερω πως μ' αγαπας κι εσυ λιγακι. Ισως μιλαει το αλκοολ. Ισως μιλαει η επιθυμια. Αλλα . . .

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

one way street

The stars and the moon
Aren't where they're supposed to be


Τιποτα δεν ειναι στη θεση που θα επρεπε να ειναι. Ολα ειναι λαθος. Οι λεξεις που δεν μπορουν να σημαινουν το ιδιο για μενα και για τον αλλο. Οι σιωπες που σημαινουν αλλοτε αγαπη και αλλοτε αδιαφορια και αλλοτε "μου λειπεις". Τα χρονια που δεν ωριμαζουν, αλλα σαπιζουν. Η ζωη που ειναι αλλο απο εκεινο που ονειρευτηκες πως θα ειναι. Γιατι τα ονειρα ειναι το ξυπνητηρι της πραγματικοτητας. 

Ξοδιαζω τη ζωη μου μες τους συμβιβασμους. Νερο που εξατμιζεται. Και ενα ποταμι που δεν γεμιζει ποτε να κολυμπησω στην απεναντι πλευρα. Προς τον ηλιο. Το ουρανιο τοξο. Προς την αγαπη που δεν διαλεξα. Που εκεινη με επελεξε και εμεινε μιση. Ουτε καν μιση. Μεσα στο ολοκαυτωμα της καταστροφης του κοσμου μας οπως τον ξεραμε, μεσα απο καπνους, απο την απελπισια του πλησιον.. Μεσα απο τις μεταμεσονυκτιες εικονες ανθρωπων με καροτσακια του σουπερμαρκετ να μαζευουν απο τα σκουπιδια την αναγκη της επιβιωσης, εγω, το μικρο εγωιστικο εγω μου, δεν εχει χωρο να σκεφτει παρα μοναχα την αγαπη της. Που ειναι μακρια κι ολο της ξεφευγει. Που δεν ειναι πουθενα. Που την απορριπτει διχως να φταιει. Γιατι οι σχεσεις ειναι ενας γλαρος. Γιατι ειναι ενα "παντα" που ειπωθηκε τοσο ειλικρινα, τοσο συνειδητα, μα χαθηκε στην οχλοβοη της Μαβιλη. Γιατι ισως το ενστικτο δεν ειναι η πραγματικοτητα. Κει μεινω, οπως εκατομμυρια αλλοι, να αγαπω. Μοναχα να αγαπω. Εσενα. Και εσυ? Αραγε τι νιωθεις εσυ? Τι σκεφτεσαι? Εσυ?

Τιποτα δεν ειναι στη θεση που θα πρεπε να βρισκεται οταν οι φιλοι σκορπιζουνε. Οταν αναρωτιεσαι που πηγαν οι αγκαλιες τους. Τα φιλια τους. Η εννοια τους. Οταν δεν εχεις πια την αναγκη να τους μιλας. Γιατι δεν θα καταλαβουν. Γιατι και συ δεν θα τους καταλαβεις. Και δεν θελεις με τιποτα να δεις αυτη την αγαπη, τη μονη αγαπη που σου απομεινε, να κατασπαραζει τις σαρκες της.

Δεν ανηκω πουθενα.




Oh the glorious sound
Of the one way street
And you can't get ...
Can't get it down without crying

Oh the deafening roar
It's called a one way street

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

Το Κουβαρι των Αλλοκοτων Εγω

Aθηνα στην οδο Φυλης 2011
Ειμαι μια σουρρεαλιστικη υπαρξη. Αυτη η φραση μου ερχεται στο μυαλο πρωτη μεχρι να αρχισω να σκεφτομαι επειτα τι ακριβως σημαινει "σουρρεαλιστικος", "ρεαλιστικος" και τι "υπαρξη". Κατι που υπαρχει τωρα και δεν θα υπαρχει αυριο και που μετα δεκα χιλιαδες χρονια, για να ειμαστε λιγο ρεαλιστες, θα ειναι σαν να μην υπηρξε ποτε, τελικα οντως υπηρξε? Ναι, σκεφτομαι, ειδαλλως ολοκληρη η πανανθρωπινη προιστορια θα απαρτιζοταν απο καμια κατοσταρια ανθρωπους.

Και τι σημαινει "υπαρχω"? Σημαινει βιωνω. Μεγαλωνω. Αισθανομαι. Συναισθανομαι. Διαισθανομαι. Προσθαφαιρουμαι συνεχως. Διαιρουμαι και πολλαπλασιαζομαι. Εκει που παω να ανακαλυψω τον Εαυτο μου στην ακεραιοτητα του, τελικα βρισκω κι αλλα κρυμμενα ετερωνυμα. Που ολα μαζι ειναι το γαμημενο μετα-φρουδικο "εγω", μα κανενα δεν με αποτελει. Ισως για μενα πραγματικο ειναι αυτο που γευομαι και βλεπω και ακουω. Αυτο που κυλορροει στις παλιρροιες της καρδιας που αποκοιμιεται. Μιας καρδιας που παει να σπασει. Δεσμια κι αυτη αυτου του σωματος. Αυτου του μυαλου. Προσπαθει να συγχρονισει μια αρμονικη χορωδια και ολα στο τελος τελος καταληγουν σε μια υπεροχη παραφωνια. Το βιολι-μυαλο βρονταει σε λα μειζονες, το πιανο-σωμα σε ντο ματζορε, η ψυχη-κοντρα μπασο σουλατσαρει στις χορδες μανιωδως και η επιθυμια-ντραμς ματωνει το μεταλλο. Χτυπα το ενα, χαιδευει το αλλο. Ξεχορδιαζεται το τριτο. Κι αυτη, αχ αυτη, η καρδια δεν ξερει τι να κανει με το ραβδακι στα δαχτυλα. Ακουει απηυδησμενη. Μ'ενα χαμογελο ανταμα. Γιατι η απελπισια και η ευτυχια ειναι δυο σταυραδελφια που αγαπηθηκαν τοσο σε μια απο εκεινες τις μεσαιωνικες ιστοριες αγαπης που δεν θα χωρισουνε ποτε.

Το "ποτε" και το "παντα". Οι πιο παρεξηγημενες λεξεις του κοσμου. Και οι πιο παραμελημενες. Στην απαυγη εικοσιοχτω ηλιων τη μια την ξεστομισα αυτοθελητα μου και την αλλη την σκεφτηκα την ιδια ακριβως στιγμη. Επαναστατει το παντα μεσα μου. Και το ποτε ακολουθει. Ποτε και παντα και δυο ματια και τα χειλη με το σκουροκαστανο χρωμα και εκεινα τα χερια, τα παντα αλησμονητα, τα ποτε δικα μου, ολα τους ριχνουν στην πυρα τη δικη μου υπαρκτοτητα.

Κι υστερα μετα απο ενα ονειρο και χιλιες και μια νυχτες ερχεται παλι εκεινο το στομα. Τα χερια που μοσχοβολανε καθαρση. Το σωμα που επλασα να ειναι επανω στο δικο μου σωμα και πουθενα αλλου. Μια χαρα που παντα μου δραπευευε, μα ποτε δεν ξεχνιεται. Αν ειχα λεξεις να μιλησω. Αν ειχα χρονο να διαλυσω. Αν μπορουσα να γινω χρυση βροχουλα, λιγο αγερι, ενα φυλλο που θα χαιδεψει το λαιμο σου, μια ουλη στα δαχτυλα σου που παντα θα θωπευεις, εστω αθελητα, για να σου τρυγα αυτη τον λαιμαργο οργασμο που ποθω να σε κατασπαραξει. Ενα κτηνος με μεταμορφωνει μερικες νυχτες και πετω στο πλαι σου και φτανω στο παραθυρο σου. Γινομαι πνοη και περναω απο τις σχισμες κατασκιζοντες σαρκες που μοσχοβολουν το ανυπαρκτο. Και σε βλεπω. Ολοκαθαρα σε βλεπω. Κοιμισμενο. Γερμενο στο πλαι. Και σε ξυπνω με χιλιους δυο τροπους. Για να σε παρω μεσα μου. Για να βρω αυτο το ενα στομα. Αυτη την τελεια αρμονια της δικης μου σαρκας με ολα τα επιμερους εξαρτηματα. Σε μια νυχτα παλης. Σε μια νυχτα αγαπης. Σε μια νυχτα που δεν υπαρχω εγω, εσυ, οι αλλοι. Δεν υπαρχει τιποτε. Εκτος απο το δερμα σου που φιλαω παντου. Παντου. Παντου. Δεν σε χορταινω. Δεν. Αυτο το μυριοστο της στιγμης γινομαι και διαλυομαι. Πεθαινω και ειμαι πιο ζωντανη απο ποτε.

Καπου τοτε καθως ξυπνω ανακαλυπτω τον σουρρεαλισμο. Ορισμος, ανω και κατω τελεια, να εχεις μολις κανει ερωτα με ενα συννεφο αδειανο, να εχεις καπνισει και πιει οσα αντεχει το θνητο σου στομαχι, να τρεχεις πανω κατω σε μια Αθηνα απο παντα αγαπημενη, μα ποτε διαμενουσα, να λες στ'ονειρο σου ολες τις αληθειες που ειναι τοσο αληθειες που του μοιαζουν ψεμα και τον τρομαζουν, να βλεπεις, να ακους, να μεταμορφωνεσαι σε μια ολοκαινουργια οντοτητα, να αγαπας εκεινα που μισεις, να θελεις να ταρακουνησεις το συμπαν και τελικα να το καταφερνεις και στο τελος τελος να σωζεις ενα αδεσποτο κουταβι απο την κτηνωδια καπου στην Καλλικρατους με Τρυκουπη γωνια, ενω αυριο εχεις να ταξεδεψεις την μιση Ελλαδα. Κι οσο για το μεθαυριο. . . Ω, αυτο το μεθαυριο. .

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2011

...

Τελος, για να μην τα πολυλογω, αφου εζησα ολο το μαρτυριο της ελπιδας, εφτασα στο πιο απανθρωπο εγκλημα: να πιστεψω στους ανθρωπους.

Τοτε λοιπον, γιατι απαγορευεται σ'εναν επαναστατη να αυτοκτονησει?

Τ. Λειβαδιτης

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

Η κρυφη μου αναρωτηση. .

It’s real early morning
no one is awake
I’m back at my cliff
still throwing things off
I listen to the sounds they make
on their way down
I follow with my eyes ’til they crash
imagine what my body would sound like
slamming against those rocks
and when it lands
will my eyes
be closed or open?

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Yasmin Levy --Una Noche Mas

weeping nude

From 1913, this is Edvard Munch’s Weeping Nude

Ειναι αυτο το στομα που δεν σε φιλα ποτε γιατι το παρασυρουν κυματα μακρια μου. Και παιρνω τ' αμαξι να βρεθω πλαι στη θαλασσα. Πλαι σου. Γιατι εκεινη ειναι γυναικα και θα με καταλαβει. Γιατι εκεινη δεν αγγιζεται κι ολο φευγει. Πιανεις μια στιγμη το χαδι της κι επειτα το χανεις. Γιατι εκεινη ειναι η μονη που λιγο αγαπησες και λιγο ποθησες. Και τη ζηλευω. Και θελω να παραμεινει η μονη σου ερωμενη. Απο σημερα και για παντα. Το μονο κορμι που θα παλεψεις πανω του. Το μονο στομα που θα φιλησεις. Αν δεν ειμαι εγω, ας ειναι εκεινη. Και σε καταριεμαι να ειναι η μονη. Σε καταριεμαι να την ποθεις κι εκεινη να φευγει. Να σ' αγκαλιαζει και να σ' αφηνει. Κι οπως δεν πονεσες ποτε σου μια αγαπη να σε πονεσει. Εκεινη.

Ειναι θηλια ο ερωτας και σε πνιγει. Ειναι αιμα ο ερωτας και σε θυσιαζει. Ανεμελα. Απερισκεπτα. Δεν ξερεις. Κι ουτε προκειται να καταλαβεις. Δεν εμαθες τι παει να πει να ανεβαινεις βημα βημα τη σταυρωση, μα να συνεχιζεις. Γιατι το κορμι σου βογγα για ενα αγγιγμα. Κι αν δεν ειναι αγγιγμα, ενα βλεμμα. Κι αν δεν ειναι ουτε καν βλεμμα, μια μικρουλα σκεψη. Κι αν δεν ειναι σκεψη, εστω μια αναμνηση. Που δεν θυμασαι. Κι αν θυμασαι θα ειναι θολη. Κι αν μπορουσα θα σου εφερνα εναν σκοτωμενο γλαρο δωρο. Θα τον αφηνα στα χερια σου ετσι ξεψυχο. Λευκο και ξεψυχο. Προτου σε παρουν μακρια μου. Προτου σε παρεις μακρια μου. 

Εσενα. Εσυ. Εσυ ψυχη μου.

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

The Mess I'm In




this mess.. this mess.. this mess...

Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

Το κατα Sophey-Lou Eυαγγελιο



[...] μια αναπηρια της γλωσσας, δεν ειναι που θελεις να πεις αγαπη και δεν σου φτανει η γλωσσα, ειναι που εχεις γλωσσα και δεν σου φτανει η αγαπη.
--José Saramago

Ενα χρονο πριν δεν ηξερα πως ειναι να ξυπνας σ' ενα αδειο σπιτι. Δεν ηξερα πως ειναι να πρεπει να λες "οχι" οταν θελεις να λες μοναχα "ναι". Δεν ηξερα ποσο ομορφος ειναι ο Ταυγετος και το Οιτυλο και το Καρνασι. Δεν ηξερα πως ειναι να ζεις σ' ενα σπιτι με αλλα εξι ατομα και  αλλες τεσσερις γλωσσες. Δεν ηξερα πως υπαρχει αυριο μετα την απωλεια. Οι απωλειες ηταν παντα για τους αλλους. Και πονουσες, μα συντομα ξεχνουσες ολα τα ονοματα και εμενες να θυμασαι τα ματια. Μοναχα τα ματια και στο τελος ηλπιζες να ηταν ονειρο και επειθες το λογικο πως τιποτα δεν συνεβη και ολα ειναι καλα. Ενα κακο ονειρο. Ξυπνα. Δεν ηξερα γιατι φευγουν οι αγαπημενοι μας και που πανε κι αν  πανε καπου και αν θα τους ξαναβρουμε και τι γινεται ολη αυτη η αγαπη οταν μενεις να κοιτας το τελευταιο λουλουδι που εσυ εβαλες πανω απο τη γη που πλεον ειναι η μονη του αγκαλια. Καλοπιανεις τη Γαια να τον εχει παντα φιλημενο να μην ξεχασει ποτε πως αγαπιεται. Ακομα δεν ξερω που πανε εκεινοι που αγαπουμε και αν θα τους ξαναδουμε και τι υπαρχει μετα τη σιωπη τους. Ποιος ξερει ομως?

Δεν ηξερα πως ειναι να σκορπιζονται ολοι σε χιλια κομματια και ο καθενας να τρεχει το μονοπατι του. Κι οσο να θελεις να μην φυγεις απο κανεναν, ολοι εχουν φυγει και εισαι μονη στο σημειο μηδεν. Κοιτας δεξια και δεν ειναι τα γνωριμα γελια. Οι φωνες. Τα χερια. Η αγκαλια. Φοβασαι να γυρισεις απο την αλλη μερια. Γιατι μαλλον ουτε απο εκει ειναι κανεις. Δεν σε ζεσταινουν γειτονικα χνωτα και δεν νιωθεις κανενα βλεμμα. Υστερα απο χιλια χρονια θα κοιταξεις και αριστερα. Κι υστερα θα τρεξεις λιγο. Μηπως ειναι καπου κοντα. Ειναι νωρις ακομα να φυγετε ο ενας μακρια απο τον αλλο. Μα παντα μηπως δεν ειναι νωρις να αποχαιρετησεις εκεινους που αγαπας? Τα "αντιο" που αποφευγω να ομολογω εχουν  στεγνωσει τα χειλη μου.

Ειχα ξεχασει τι λες σε αγκαλιες που μολις συναντησες ομως γενναιοδωρα ανοιξανε τις πορτες τους ολες να βρεις μια γωνιτσα να κρυφτεις οταν δεν θελεις να δεις τιποτα. Λες: Καλωσορισες και δινεις ενα φιλι. Κι επειδη μοναχα το φιλι της προδοσιας παει μονο του, δινεις αλλο ενα φιλι κι αλλο ενα κι αλλο ενα.

Δεν ηξερα πως ειναι να συνεχιζεις να αγαπας εναν γλαρο που δεν σ' αγαπα. Δεν ηξερα αν θα τον ξαναδω ποτε κι ομως τον ειδα. Εστω για τοσο λιγο καθε φορα. Οσο ενα φτερουγισμα πανω απο το κεφαλι σου. Δεν ηξερα πως ειναι να χαιρεσαι που τον ξαναδες και να κλαις καθε φορα το ιδιο που φευγει μακρια. Ειχα ακουσει πως δεν πρεπει με διαβαταρικα πουλια ερωτα να πιανεις, μα οταν σε πιασει ο ερωτας δες θυμασαι ουτε τι εχεις ακουσει ουτε τι εχεις πει. Ολα γινονται ενα προσωπο που ισως μια μερα ξεχασεις, ισως ομως και οχι. 

Δεν ηξερα τι παει να πει να ζεις αυτη την εποχη σ' ενα χωριο καπου απομερα. Δεν ηξερα ποση αναισθησια κρυβει καποιος μεσα του ακομα κι αν αυτος ειναι εσυ ωρες ωρες. Δεν ηξερα ποσο ομορφο και μοναχικο και φοβερο και τρομακτικο ειναι να μεγαλωνεις. Δεν ηξερα που θα βρεθω και μεσα στην παραζαλη ποσο περναει ο χρονος γρηγορα. Τοσο που οι στατικες παυσεις με εμενα να κοιταω το επιβλητικο βουνο κι το βουνο εμενα, εστω κι αν ειναι κατ' ουσιαν πλασματικες, ειναι τοσο πολυτιμες.
Οπως τουτη ακριβως η ωρα.

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Ανθρωπινα Δικαιωματα




Ερχοντας σε επαφη καθε μερα με "ανθρωπους" που σε εκπλησσει η απιστευτη αναλγησια, αναισθησια και χρηματοθηριας τους 
τετοια βιντεο και η υπαρξη τετοιων των ανθρωπων σε κανουν να συνεχισεις να ονειρευεσαι.

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011