Τετάρτη, 30 Απριλίου 2008

"Os meus sonhos são um refúgio estúpido, como um guarda-chuva contra um raio.."

Get this widget
Track details
eSnips Social DNA


I dreamt that I was dreaming, I was wired to a clock,
A'Tickled by the minute hand, tick tock tick tick tock,
I dream I'm on a train and it is making music,
I don't remember getting on clickity click clickity click,
I dreamt that I was very tall, I was bigger than King Kong,
I heard the bells the bells a'ringing a'ding dong ding dong,
I dreamed that I am sitting in the devil's company,
He gave a solemn promise fee fy foe fun for me,
I dreamt that I was chasing the monster out of me,
I caught him in the corner aha hee hee hee hee,
I dream I'm in a tunnel a'between here and now,
Scooby dooby a'where would you be bow wow wow wow,
I dream I'm at a crossroads no place left to go,
I look in each direction a'eenie a'meanie a'miny mo,
I dream that I am spying
It's you I'm looking at
A'There's a knocking at the window
A'Rat tat tat tat, a'rat tat tat
.


Ce n' est pas Maria-Electra... Δεν ειναι αυτη η Μαρια-Ηλεκτρα.. Ναι μπορει να εχει τη μορφη της, τη φωνη της, μπορει να φοραει ακριβως τα ιδια ρουχα που εκεινη κρυβει στη ντουλαπα της, μπορει να γελανε με τον ακριβως ολοιδιο τροπο, μα δεν ειναι η Μαρια-Ηλεκτρα.. Οχι, δεν φταιει που τα μαλλια της αλλαξαν χρωμα κι απο σκιερα πεταξανε κοκκινες σπιθες.. Δεν ειναι που το βλεμμα της μεγαλωσε οπως το μηλο ωριμαζει απο κεινο το αγουρο πρασινωπο μπαλακι, σφιγμενο στο κοτσανι του κι ακομα προσκολλημενο στη μανα-μηλια, σε εναν υπεροχο, λαχταριστο καρπο... Δεν ειναι οι κινησεις της που αγγιζουν πλεον πιο απληστα... Ή ισως και να ειναι ολα αυτα κι ακομα περισσοτερα... Το ολοσωμο ανδροειδες που ειμαι.. μια απλη ληψη των Υπαρξεων που με αποτελουν. Η καθεμια τους με τα σιδερα, τις κλειδαριες και τις αλυσιδες καταφερνει με καποιον τροπο να λυθει λιγο πριν οι θαλασσες την καταπιουν μια για παντα. Δεν τα καταφερνουν ομως ολες. Κι ετσι λιλιπουτειοι εαυτοι μου κηδευονται στα αλωνια της μη-γεννησης. Κι αφου κανεις αλλος δεν γνωριζει την παρολιγο γεννηση τους περα απο τη Μητερα, μενω να τις θρηνω ολομοναχη. Αυτοπαρηγορουμαι και λεω: "Θα ερθουν αλλες... μην κλαις", μα καθε Μια τους ειναι ξεχωριστη. Κι αλλη παρομοια δεν θα υπαρξει. Ισως καποια αλλη να της μοιαζει. Μα δεν θα ειναι ποτε ιδια εντελως. Και τοτε κοιμαμαι για να ονειρευομαι.


Κι ονειρευομαι τοσα πολλα.


I dream I am an ostrich head deep in the sand,
A'There's a rhythm that's a'playing fantastic elastic band,
I dreamt that the bogeyman went down on Mr Spock
Sugar was a flowing sock it to 'im sock
I dreamt I saw a moo cow jump across the moon
Just a flight of fancy zoom zoom zoom
I dreamt I met a spaceman he took me to his ship,
You know he cut my hair off snip snip snip
I dreamt that I was sleeping asleep for heaven's sake
The dream I was a-dreaming - it caused me to awake
Δεν θελω να ξυπνησω
Δεν θελω να ξυπνησω
Ολα ειναι κρυα και γκριζα οταν ξυπνω
Δεν βρισκω πουθενα τα δαχτυλα μου να τριψω τα βλεφαρα μου
Δεν θελω να ξυπνησω
Να κοιμαμαι μοναχα
Να βλεπω πως ειμαι ενα μεγαλο ρολοι τοιχου
που παρατηρει
και καταγραφει...
Τικ Τακ
Τα ρολογια τοιχου δεν κλαινε
Εχουνε ματια μονο να κοιταζουν
Τικ Τακ
Τικ
Τακ
I dreamt I was way up I was standing on the top
With the feeling I was falling bop beep bop
I dreamt that I was jumping in a circus through a hoop,
Someone saw the lights off shoo-be-doop
I dreamt that I was fast I was never shutting up,
I was going in a hurry I was giddy-up giddy-up
I dream I'm in the park I'm standing in the nudey,
I'm getting what I wanted tootie fruity tootie fruity,Fe fi fi fo fun for me.

Και κει στους Νεους Κοσμους των Ονειρων που οπως ειπαμε.. Δεν υπαρχουν Αρχοντες... Δεν υπαρχουν υποτελεις.. Εκει που τα συνορα καθε χωραφιου δεν μετριουνται με τον πηχη και τα σχηματα ολοενα αλλαζουν.. Οι δυναμικες εξελισσονται και ο χωρος αυξομειωνεται σαν να εχει καταναλωσει τονους LSD... Εκει ξεχνω και ξεχνιεμαι... Εκει ειμαι τα Παντα και Τιποτα... Κι ας λεει ο Fernando οτι τα ονειρα ειναι χαζα καταφυγια... Ειναι οι μονες ωρες που δεν σκεφτομαι και δεν ποναω.. Τοτε κι οταν βρισκομαι αναμεσα σε γελια και φιλους και εν δυναμει φιλους... Μοναχα αυτες τις ωρες νιωθω να αναπνεω...

"If the dream is a translation of waking life, waking life is also a translation of the dream."--René Magritte

Τρίτη, 29 Απριλίου 2008

Wednesday, June 27, 2007


Ο Ζωρζ Γκυντορφ στο βιβλιο του Η Γνωση του Εγω καθοριζει με ακριβεια τι ακριβως αναζητει ο αντρας απο τον ερωτα:

"... Ο ερωτας μας αποκαλυπτει στον εαυτο μας, αναγκαζοντας μας να βγουμε απο το οχυρο μας. Επιβεβαιωνουμε το εγω μας χαρη στην επαφη με την ξενη υπαρξη που μας συπμληρωνει. Ο ερωτας σαν μορφη γνωσης αποκαλυπτει καινουργιους κοσμους ακομα και μεσα στα πλαισια της καθημερινης ζωης. Εδω βρισκεται το μεγαλο μυστικο. Ο κοσμος ειναι αλλο, εγω ειμαι αλλο. Και δεν ειμαι πια μονος για να τον γνωρισω. Ή καλυτερα: Υπαρχει καποιος που μου τον εμαθε. Η γυναικα παιζει, λοιπον, ενα ρολο απαραιτητο και βασικο στη συνειδηση που αποκτα ο αντρας για τον εαυτο του".


Ανακαλυπτοντας το La soledad των Pink Martini εψαξα τη λεξη "μοναξια" σε γλωσσες της Ευρωπης. La solitude στα γαλλικα. La solitudine στα ιταλικα. Die Einsankeit στα γερμανικα. La soledad στα ισπανικα, που εκτος απο ουσιαστικο ειναι και διαδεμενο μικρο ονομα. Εκει δηλαδη, στη χωρα των ταυρων και των τσιγγανων, πολλες γυναικες τις φωναζουν "Μοναξια". Σ' ολες αυτες τις γλωσσες η λεξη απανταται σε θηλυκο. Ειναι εντυπωσιακο αν τ' αναλογιστει κανεις. Η γυναικα φερει το δωρο της διαιρεσης, της δημιουργιας. Ειναι οτι κοντυνοτερο στο Θεο με το αντρικο σπερμα να αποτελει το χωμα απ' οπου θα πλαστει καθε νεος ανθρωπος. Το σωμα της για εννια μηνες φιλοξενει ενα αλλο σωμα. Πιο μικρο, πιο ευθραυστο, πιο μαλακο. Εστω για τους μηνες αυτους της κυοφοριας ξεχναει την πικρη μοναξια στην οποια ολα τα θνητα πλασματα ειμαστε καταδικασμενα. Καθως αισθανεσαι ποδαρακια να χτυπουν την πορτα της κοιλιας σου, καθως χερακια αγγιζουν τα εγκατα της ψυχης σου, εστω για λιγες στιγμες, η καρδια σου γεμιζει με τους χτυπους μιας αλλης καρδουλας.

Εκτος, ομως, απο τo γεγονος της κυοφοριας η γυναικα βιωνει μ' εντελως διαφορετικο τροπο την στιγμη της ερωτικης ενωσης. Δεχομενη εναν αντρα μεσα της καθιστα το σωμα της γαληνιο ποταμι ετοιμο να υποδεχτει καθε κολυμβητη. Προσπαθει το ερημικο Ποταμι να στρεψει τα νερα του προς τον ηλιο να τα κανει να στραφταλισουν. Σπρωχνει τις βρωμιες του παρα κατω... Πασχιζει να γινει οσο πιο ελκυστικο μπορει ωστε να δελεασει τον νεαρο διαβατη. Να πεταξει τη φορεσια του εκεινος και να χωθει σε ενα αργοσυρτο μπανιο... ή σ' ενα μανιασμενο κολυμπι. Αναλογως. Το ποταμι ρουφαει τον φιλοξενουμενο του. Σμιλευει καθε καμπυλη και καθε γωνια του. Τον αφηνει να βουτηξει μεχρι τον πατο του. Να σεργιανισει στους βυθους και στις επιφανειες του. Δηθεν κατακτα το νεο, μα στην πραγματικοτητα μετατρεπεται σε κτημα εκεινου.
Παρολα αυτα η Μοναξια ειναι γυναικα στις περισσοτερες γλωσσες. Στα ρωσικα ειναι ουδετερο, μα και παλι: δεν ειναι αρσενικο. Ισως ακριβως επειδη η Γυναικα ειναι δυνατον να βιωσει ουσιαστικα (ας ειναι και για βραχυ χρονο) την ενωση και τον πολλαπλασιαμο της ψυχης της... ισως γι αυτο σ' ολο το υπολοιπο του βιου της η μοναξια να της ειναι τοσο αβασταχτη. Καθε δωρο εχει το αντιτιμο του. Και δεν υπαρχει καλυτερο ή χειροτερο εδω. Ειμαστε αυτο που γεννηθηκαμε και δε χωρανε λυπες ή απογοητευσεις.

Μοναχα αγαπωντας ξεφευγουμε της μοναξιας... Οχι οταν μας αγαπουν (και παλι μονοι νιωθουμε κι ολος ο κοσμος να μας αγαπα), αλλα οταν εμεις οι ιδιοι αγαπαμε.


"Adhuc ardens rigidae tentigine vulvae
Et lassata viris, nondum satiata, recessit:"
[ --Juvenal, vi. 128.] (-:

“My life at this point is like very old coffee-cup sediment"

Ο αερας κρυβει μια απροσδιοριστη αλμυρα. Δεμενη με αλυσιδες που δεν μ' αφηνουν να κουνησω χερια ή ποδια. Μοναχα βλεπω. Τα ματια ορθανοιχτα στην θαλασσινη υφη του αερα και τα λεπτα να περνουνε πλεον με τυμπανοκρουσιες χρονων... Εγκλωβισμενη σας κοιτω. Κοιτω τον κοσμο καταματα οχι χωρις φοβο, ουτε ακριβως με παθος. Εχουν τα ματια μου χρωμα παιδιου. Ποσο μικρηνα παλι... Αποζητω λιγη αγαπη στην γυμνια μου μεσα... Δεν ειμαι διαφορετικος απο ολους τους αλλους ανθρωπους, μα γω εγκαταλειπομαι στην αδυναμια μου και χαιρομαι τη σκλαβια μου... Κι οσο νιωθω τοσο μοναδικα μονη... Κι οσο η μοναξια φιδοτυλιγει το μυαλο μου--Εγκαταλειπομαι... Πισω με τραβαει η απουσια... κι ομως ανεβαινω προς τα πανω.... Μια ανασα... Δυο ανασες... Να βασταξω πριν με ξανατραβηξει προς τα μεσα της...



Ποια ειναι τα ορια του κορμιου και των αντικατοπτρισμων μας?
Που τελευει το σωμα και που αρχιναει η ψυχη?
Που σταματα το αυλο για να δωσει θεση στο υλικο?
Πως κατι που πιανεται κι αναπνεει παυει καποτε να υπαρχει?
Η κινηση που αποτυπωνει στο χαρτι μια μουτζουρωμενη φιγουρα. Με μιας χανονται το προσωπο και οι ακρες των χεριων. Κι αν αυτο ειναι εφικτο στο φωτογραφικο χαρτι πως να μην ειναι και στη ζωη μας? Τα ποδια γερα πατουν στη γη... Τα χερια ομως... Τα χερια προσπαθουν να υιοθετησουν την συμπαγοτητα των ποδιων ομως δεν προφταινουν..
Κι επειτα ειναι αυτο το σωμα που ποναει. Οι κυαμωνες δεν εχουν να ταισουν κανενα μωρο γιατι ολα τα μωρα αυτοπεφθηκαν στη μητρα και απομειναν ορφανες οι θηλες. Επιθυμουν με λυσσα να δοθουν σ' εκεινα τα στοματα. Στα χειλη που θα τις ρουφηξουν μεχρι τελευταιας ρανιδας. Ομως ματαια περιμενουν. Κι ενα μανταλο ερχεται να κλεισει τους κρουνους τους. "Στηθη παψτε να κλαιτε", φωναζει η Φρατζεσκα.Ποναω τοσο αποψε που μανταλωνω την υλικοτητα μου... Να παψουνε τα κυτταρα μου το καλεσμα των Σειρηνων... Κανενα κορμι και καμια αγκαλια... Πλαστηκα για το σιδερο... Το ατσαλι...




Η φιγουρα ξεπετιεται απο το τσιμεντο. Εχει την πρωτη υλη και τη φθαρτοτητα των τοιχων. Μοιαζει οξυμωρο παιχνιδισμα της φυσης. Το ντελικατο δερμα. Η απαλη σαρκα. Το κλαμα και το λυγισμα. Νομιζεις θα σπασουμε απο λεπτο σε λεπτο. Νομιζεις δεν μας απομενει αλλη ανασα. Και ακριβως τοτε συνειδητοποιουμε οτι κρυβουμε τη δυναμη των βουνων μεσα μας.



Κι οποτε το ξεχνουμε, σαν τα παιδια που επαψαν απο καιρο παιδια να ειναι, γυριζουμε πισω. Ημασταν ασφαλεις κρυμμενοι στα τσιμεντενια μονοπατια. Δεν μας φοβεριζε τιποτα. Εμεις φοβεριζαμε. Κι ας λογιομασταν δεσμωτες. Ξεφλουδιζουμε τον τοιχο και κρυβομαστε. Τα ματια και το φυλο. Θελω να ξαναγινω παιδι. Δεν αντεχω να μεγαλωνω. Γερνω προς τα μεσα μου και κρυβομαι στις νυχτες...





Ποια απο τις δυο διδυμες ειμαι? Η κορη που ξεβραστηκε ή η κορη που στεκει ορθια παρολη την παλιρροια? Ποια θελω να ειμαι? Ποιος οριζει τα ορια? "Πεθαινουμε οταν μπορουμε, οχι οταν θελουμε", ειπε ο Αουρελιανο και η κορη των Κυματων δεν μπορει. Οχι ακομα.




Ο κρινος περιμενει στη γωνια καρτερικα. Ο αγγελος βαρεθηκε να περιμενει και πηγε να μολυνει καποια αλλη παρθενα καπου μακρια. Ο κρινος αυτος ομως ειναι αυτης της Παρθενου και δεν του παει καρδια να την προδωσει. Κρυφοκοιταζει δειλα γιατι δεν θελει να την κανει να κλαψει. Παρολα αυτα η κορη κλαιει. Και τα δακρυα της κυλουνε ως τη ριζα του Κρινου να τον ποτισουν και να τον δυναμωσουν. Κι αυτο ειναι ενα μυστικο που κανεις απο τους δυο τους δε γνωριζει.





 

Η Francesca Woodman (1958-1981) υπηρξε ανερχομενη Αμερικανιδα φωτογραφος με πολυ ιδιαιτερη αισθητικη. Στο μεγαλυτερο μερος τους οι φωτογραφιες της ειχανε μοντελο και κεντρικο προσωπο την ιδια. Συνηθως γυμνη ή σε κινηση αποτυπωσε την φιλοσοφια του Υπαρξισμου σε εικονες. Μεγαλωμενη σ' ενα περιβαλλον καλλιτεχνων ασχοληθηκε με τη φωτογραφια απο τα 13 της χρονια. Πειραματιστηκε και προσανατολιστηκε σ' ενα γκοθικ, μυστικιστικο, ερωτικο στυλ οπου η γυμνια του Ατομου ερχεται σε αμεση συναφεια με τη γυμνια των Χωρων. Η αγωνια και ο πονος του παραλογου που αναζητουν τα ορια της Υπαρξης μας. Ωριμοτερη απο τα 22 της χρονια αναμφιβολα, χαμενη ομως σε αναζητησεις που δεν εχουν τελος τολμησε αδιστακτα το υβριστικο αλμα της ληθης..

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2008

Excession--Just for You

Wednesday, September 12, 2007



I feel like... I don't know. Someplace nobody ever goes any more. I don't know.


Οι πληροφοριες ειναι αχρηστα παρασιτα. Κι εμεις γινομαστε δουλοι των παρασιτων, γραφει ο Λεο Μπουσκαλια. Διδασκομαστε νορμες, κοινωνικες συμπεριφορες, τροπους καλης συμπεριφορας... Διδασκομαστε να αγαπαμε τοσο οσο... Μαθαινουμε πως να φιλαμε, πως να βγαινουμε ραντεβου, πως να κανουμε ερωτα καταπινοντας αμασητες ωμες κινηματογραφικες ταινιες. Ζουμε αναμεσα σε ανθρωπους. Μεγαλωνουμε σε επαφη με οντα ολοιδια με εμας και στο τελος φτανουμε να ξερουμε τους τυπους χωριτικοτητας, εμβαδου και ενεργειας, να εχουμε κλαψει διαβαζοντας το "Ποτε χωρις την κορη μου" ή τον "Ηλιθιο", μα εχουμε χασει το νοημα. Καπου εχουμε μπερδευτει και απορωντας ατενιζουμε τον καθρεφτη...

Ποιος ειναι αυτος εκει μεσα? Δεν μπορει να 'μαι γω. Θυμαμαι πως καποτε ειχα πρασινα ματια...

Κοιταζουμε τους φιλους χρονων με απορια. Βρισκομαστε σε μπαρακια που μισουμε. Μιλαμε για θεματα που δεν μας αφορουν ή δεν μας αφορουν πλεον.

Ξυπναμε στο πλαι εραστων και ερωμενων εχοντας μοιραστει τρια και τεσσερα και εικοσιτεσσερα χρονια κοινης ζωης... Κοινης καθημερινοτητας...

Στα αληθεια εχω βαρεθει να ακουω ολους γυρω μου να παραπονιουνται. Ουσιαστικα ολοι ζητουν το ιδιο πραγμα. Πραγματικη αγαπη. Ουσιαστικη φιλια. Μια γεματη σχεση. Και ολοι κατηγορουν τους αλλους... Συσσωρευουμε γνωσεις και τρωμε βιβλια απο τα πεντε μας για να μεγαλωσουμε τελικα σε αναπηρες υπαρξεις. Η γιαγια μου--μια απλη αγροτισσα που εζησε πολεμους, που ορφανεψε στα εννια της και μεγαλωσε σε οικογενεια προσφυγων--μου 'λεγε φετος το καλοκαιρι πως δεν μας ζηλευει καθολου. Σκεφτειτε αυτη τη γυναικα: ο πατερας της ηρθε απο την Τουρκια εχοντας χασει γυναικα και παιδια, η μανα της καταφερε να σωσει μοναχα τον μεγαλο της γιο. Δυο ρημαγμενοι γονεις με φρεσκες τις πληγες που βρισκουν την παρηγορια ο ενας στην αγκαλια του αλλου. Μαζι γεννουν τρια παιδια-η γιαγια μου ητανε η μικροτερη. Λατρευε τον πατερα της. Τον εχασε στον εμφυλιο στα ξαφνικα. Εκτοτε κρατουσε σφιχτα το φουστανι της μανας της. Δεν κοιμοταν χωρις εκεινη διπλα κι οταν η μανα σηκωνοταν το βραδυ μεμιας η γιαγια μου ανοιγε τα ματια και τη γυρευε. Φτωχια, προκαταληψη, ανεχεια. Οι ντοπιοι τους αντιμετωπιζαν ως εισβολεις. Παντρευεται στα δεκαεννια-εικοσι και ζει μια αγροτικη ζωη. Που αυτο παει να πει: σηκωμα απο τις τεσσερις τα χαραματα. Δουλεια στο χωραφι. Καπνα ειχανε οι παππουδες μου. Υστερα ερχονται και δυο μωρα. "Τ' αφηνα σπιτι και δεν ηξερα αν θα τα βρω ζωντανα", μου ειπε. Και η γυναικα αυτη, που με μεγαλωσε εν μερει, υποστηριζει οτι δεν ζηλευει εμας τους νεους και την εποχη μας.


Stop listening the static


λεει ο Νέιτ στο τελευταιο επεισοδιο του 5ου κυκλου του Six Feet Under. Ας παψουμε λοιπον να ακουμε τα παρασιτα που μας κρατανε μακρια απο τους αλλους και απο τον εαυτο μας. "Ισως η αγαπη ειναι η προσπαθεια να σε οδηγησω μαλακα παλι πισω στον εαυτο σου"--Σαιντ Εξυπερυ. Φωτια στις διαφορες και στη μοναξια. Φωτια στους φοβους και τα παρασιτα...

παραφραζοντας Pablo Neruda

Ode to Broken People


Αχ αυτος ο κυρ-Πανικος που προστατευει τους Πιστους του.... οι Χριστιανοι σκοτωσαν τοσους ακακους παγανιστες Θεους κι αφησαν Αυτον... τον χειροτερο...


People get broken
at home
like they were pushed
by an invisible, deliberate smasher.
It's not my hands
or yours
It wasn't the girls
with their hard fingernails
or the motion of the planet.
It wasn't anything or anybody
It wasn't the wind
It wasn't the orange-colored noontime
Or night over the earth
It wasn't even the rock or the iron
Or the hips getting bigger
or the ankle
or the air.
The elbow broke, the nose fell
All the fingers tumbled over
one by one.

Ο κυρ-Πανικος ειναι χρυσαφι στα σπλαγχνα και προσπαθουν να τον ξεριζωσουν με πνευματικες πλυσεις στομαχου, γραφει η Sylvia. Εκεινη ηξερε ποσο μεθυστικο ειναι το ταξιδι στο κεντρο της Ψυχης. Μεθυστικο μα ταυτοχρονα επωδυνο. Οι θερμοκρασιες ανεβαινουν. Η λαβα απειλει να σε καψει απο καιρο σε καιρο. Ενα απαλο αγγιγμα κι εχεις γινεις σταχτη. Ομως τουτο ειναι το ξεπληρωμα για το ταξιδι. Ακριβο ταξιδι. Δεν μπορουνε να το αντεξουν ολοι. Οι περισσοτεροι εφορμουν με τις φωνες της τολμηροτητας για να επιστρεψουν πισω στις πλυσεις τους και να τα ξεχασουν ολα..


That hand
which overflowed with nails
in the middle of October,
it got tired from all the violets
and another empty one
rolled round and round and round
all through winter
until it was only the powder
of a dead hand,
a broken memory, shining dust.

And that heart
whose sound
was
the voice of our lives,
the secret
thread of our weeks,
which released
one by one, so many hours
for honey and silence
for so many births and jobs,
that heart also
fell
and its delicate red-blue guts
vibrated
among the broken tissues
its wide core
unsprung.


Επιδεσμοι να δεσουν τα κομματια σου που σε αποχαιρετουν με μια δοση ειρωνειας στα χειλη. Κι ειναι τουτη η διαλυση που παντα περιμενες να ζησεις ωστε να γινεις αυτο που πραγματικα εισαι. Γιατι το Προσωπο που χαμογελαει, το Χερι που απλωνεται για να σκεπασει τα δακρυα οσων πονουν, η σκληροτητα των Χειλιων που αγγιζει την κακια, το μαστιγωμα που διαταζω, η αγκαλια που φιλευω, οι "δολοφονιες" που σχεδιαζω να διαπραξω... Ολα ειναι εγω. Ολα ειναι η ιδια Υλικη Φιγουρα κι ας εχει χιλια μυρια ονοματα..

Ξερετε καποιοι με φωναζουν "Κορη" και καποιοι "Ερωμενη"... Μερικοι με αποκαλουνε τρυφερα "Φιλη" και ορισμενοι αλλοι "Πουτανα"... Αλλοι παλι δεν εχουνε ενα καθορισμενο ονομα να μου φορεσουν και δημιουργουν ινδιανικα παρατσουκλια: "Εκεινη-που-στη-συναυλια-ντυθηκε-λευκο-φορεμα-με-μαυρα-σχεδια-απανω"... Πρεπει να εχω απειρα τετοια ινδιανικα παρονια και τα περισσοτερα οπως ειναι φυσικο δεν τα γνωριζω καν... Μερικες φορες στο δρομο ακουω αυτο το αηδιαστικο ηχησμα: "Κοπελια" ή "Δεσποινις" ή πλεον και "Κυρια"... παλιοτερα ημουνα απλως "Κοριτσι"...

Κι ολα αυτα τα παρομοια ονοματα μου 'ρχονται καπως στενα. Πιο πολυ απο τα αλλα. Γιατι η Ανατομια ειναι πεπρωμενο και ο Freud ειχε τοσο δικιο και γω απο τη στιγμη κιολας της συλληψης αισθανομαι τοσο μαγκωμενη στο ρολο μου. Κι οσο κι αν επαναστατω... οσο κι αν αποτιναζω το φυλο μου, οσο.... οσο... οσο.... η ιδια η βιολογια και η ανατομια με προσταζουν τις απαραβιαστες, αξιωματικες εντολες τους. Και ειναι αυτες που δεν προκειται να παραβω ποτε μου. Οσες χωρες κι αν αλλαξω. Οσα ονοματεπωνυμα κι αν ψαξω να υπογραφω στα επισημα χαρτια... Οσες οικογενειες και φιλους κι αν αφησω πισω χωρις να ξαναδω ποτε... Δεν οφελει... Και αυτο με κανει να θλιβομαι... Γιατι σκεφτομαι οτι ακομα κι αν αφηνομασταν οντως εντελως ελευθεροι να μεγαλωναμε στη φυση η ιδια η φυση ειναι που επισης θα μας καταδικαζε στους μηχανισμους της... Ποτέ... Σε καμια ονειροφαντασια λοιπον δεν θα ειμαι απολυτως ελευθερη... Κι οσα ονοματα ή εαυτους ή προσωπα κι αν ανακαλυπτω παντοτε θα υπαρχουνε αλλα τοσα θαμμενα σε ερημους ή σπηλαια ή ωκεανους ή βουνα ή απατητα μονοπατια που δεν θα βρω οσο χρονο κι αν εχω στη διαθεση μου για να ψαξω....


Life goes on grinding up
flesh, wearing out clothes
making fragments
breaking down
forms
and what lasts through time
is like an island on a ship in the sea,

perishable
surrounded by dangerous fragility
by merciless waters and threats.

Let's put all our treasures together
-- the elbow, nose, nails cracked by the cold --
into a sack and carry them
to the sea
and let our possessions sink
into one alarming breaker
that sounds like a river.
May whatever breaks
be reconstructed by the sea
with the long labor of its tides.
So many useless people
which nobody broke
but who got broken anyway
.

Σπασμενη και μπαταρισμενη εκατο φορες... Ετσι νιωθω... Ουτε λυπημενη, ουτε αρρωστη, ουτε κακοδιαθετη... Απλως διαλυμενη στο περβαζι ενος μετεωρου παραθυρου να κοιτω το Κενο... Μερικα βραδια εχω τη διαισθηση οτι κι εκεινο με κοιταζει πισω....

Σάββατο, 19 Απριλίου 2008

Lucky and Unhappy--Air

Do I need?
Destiny

Do I need?
Schedule liveDo I need?
working trendsDo I need?
Recess lines 


Οι αισθησεις μου ειναι πλοιο αναποδογυρισμενο
Η φαντασια μου, αγκυρα μισοβουλιαγμενη
Οι ποθοι μου, σπασμενο κουπι
Και το νευρικο μου συστημα, διχτυ που στεγνωνει στην παραλια [...]--F. Pessoa

Ταξιδευω με το πλοιο του Κολομβου να ανακαλυψω τα περατα της Οικουμενης και βρισκομαι στο χειλος της Πιατελας του Κοσμου. Τελικα οι αρχαιοι, παρολη τη σοφια τους, λαθεψαν. Ή ισως οι αισθησεις μου ειναι που επιπεδωσαν τα γυρω μου. Προσπαθω να κοιμηθω. Να ειμαι εκει οπου δεν υπαρχουν αρχοντες. Να φορεσω τα ρουχα της χαρας και να χορεψω ρουμπα. Για λιγακι να βουλιαξω στις αγκαλιες. Και γι αυτο το λιγακι να μην ειμαι γω. Να με λενε Σολεδαδ και να εχω καταμαυρα μακρια μαλλια που μπλεκονται στους αστραγαλους. Καποια ματια να καιγονται για μενα τοσο που σαν πας να τα χαιδεψεις σου αφηνουν σημαδι στα δαχτυλα. Για να θυμαται το σωμα σου ποσο λατρευτηκε εκεινο το βραδυ στη μεση μιας φωτιας στις οχθες του ονειρου... Κι αμα ξυπνησω το σημαδι να ειναι κει.

Θα μιλαω στους ποθους μου που εθαψα στον νεκροτοπο των θαμμενων ποθων και θα τους διηγουμαι τη Νυχτα π' αγαπηθηκα. Θα ειμαι σαν εκεινους τους τρελους συγγενεις που μιλανε στους νεκρους τους, ομως δεν ειναι στ' αληθεια τρελοι. Κι αν οι ποθοι εσβησαν καποτε υπηρξαν και θα μπορω για παντα να τους μιλω. Μαζι θα σχολιαζουμε περιπαικτικα τη φαντασια μου που περναει εμμηνοπαυση και εχει σταματησει να παραγει πια. Κι αυτο της κοστιζει τοσο. Μενει μονη, κλεισμενη στα δωματα της κι ουτε μ' αφηνει να την πλησιασω. Στεγνη μ' αφηνει. Θα κλαφτω μετα στους νεκρους μου ποθους που βρηκανε την ωρα και τη στιγμη να πεθανουνε. Στη μεση του χαλασμου το νευρικο μου συστημα αποφασισε οτι ηρθε η ωρα να παει διακοπες. Με το ετσι θελω να μ' αφησει διχως καρδια και διχως μυαλο. Με τις βασικες λειτουργιες της επιβιωσης κι ολα τα οργανα στον αυτοματο.



Lucky and unhappy
Vote for a freestyle life
Lucky and unhappy
Driving on the freeway flash line
Lucky and unhappy
Vote for a freestyle life
Lucky and unhappy
Driving on the freeway flash line

Ειμαι τυχερη και λυπημενη. Και η μουσικη αυτα τα απαραιτητα Joule του απινιδωτη οποτε πεφτουν οι παλμοι στα μειον. . .
Lucky and Unhappy

Lucky and Unhappy

Lucky and Unhappy

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2008

Kriatranse--Dazkarieh


My soul came apart like an empty jar.


Η Καρδια μου δεν εγινε χιλια κομματια γιατι δεν ητανε ποτε της απο υλικο συμπαγες. Η καρδια μου ειναι απο χωμα και λουλουδια ανθιζουν οποτε εχει ξανθο καιρο και λιγη χαμηλη βροχουλα. Απο εκεινες τις γονιμες βροχες με τις βελουδινες βροχοσταλιδες. Ηλιοχρωμες μελισσες γυροβολανε στο παρτερι της Καρδιας μου χωρις να σωπαινουν. Ειναι η εποχη της Μεγαλης Μερας. Κι ολα ειναι τοσο ευτυχισμενα χαρουμενα. Μα οσο μεγαλυτερη ειναι η Μερα τοσο μεγαλυτερη θα ειναι και η ακολουθη Νυχτα. Μεγαλη κι αυτη. Τοσο μεγαλη που μερικες φορες το γρασιδι ξεραινεται σε μια παντελη εξαφανιση. Τα λουλουδια ξεθωριαζουν κι ολη η βοη απο τις Μελισσες--bees bees bees--παυει μεμιας. Εχουμε να κανουμε μ' εναν ανυδρο Κατακλυσμο. Κι επειτα με μια Αναγεννηση. Κυκλοι. Κυκλοι. Κυκλοι.

It fell overwhelmingly, down the stairs.
Dropped from the hands of a careless maid.
It felt. Smashed into more pices then there was china in
the jar.

Nonsense? Impossible? How should I know!
I've more sensations now than when I felt I was all me.
I'm a litter of shards strewn on a doormat about to be



Η καρδια μου δεν εγινε χιλια κομματια. Η καρδια μου σκορπισε στα περατα. Το χωμα τριφτηκε απο το χερι του χρονου και πασπαλισε το Συμπαν.
Και που να βρω πια ολους τους κοκκους που αποτελουν την ολοτητα της καρδιας μου να ξαναγινω Ενα?

swept.

My fall raised a din like the crash of a jar.
The gods that exist lean over the bannister,
Staring down at the shards their maid left of me.

They're not mad at her.
They indulge her.
What was I - an empty vase?

Σαλιγκαρια περιδιαβαινουν τα στενα του προσωπου μου. Ειναι μετα τη βαρια νεροποντη που βγαινουν. Πασχιζω να τα διωξω, μα δεν τα πιανω. Τα νιωθω. Δεν τα πιανω. Δεν το λεω σε κανεναν. Τα γλιστερα τους σωματα μαχαιρωνουν το δερμα μου κι ας μην ειναι ορατα τα σημαδια τουτα. Ξυνω μυριες φορες το προσωπο μου μεχρι που τρεχει αιμα. Ολαλμυρο αιμα. Μα δεν καταφερνω τιποτα. Τα σαλιγκαρια θα φυγουνε οποτε αυτα θελουνε. Οποτε τελειωσουν τις διαδρομες τους. Τα εχω συντροφια σε αυτο το μοναχικο ταξιδι της Ενηλικιωσης...


They stare at the shards, absurdly conscious,
But conscious of themselves, not of the shards.

They stare down and smile.
Indulgent, they smile at the heedless maid.

Πριν λιγους μηνες ημουνα παιδι. Αφυσικο παιδι. Και τωρα στεκομαι στη διασταυρωση και παρατηρω την κινηση που δηλωνει την ευρεση ζωης. Ενα χραπ για να αποσχιστεις απο τον μητρικο πλακουντα. Αλλο χραπ για να αποσχιστεις απο τον φιλικο πλακουντα. Κι οταν καμια αγαπη δεν υπαρχει... Οταν οι εραστες αλλαζουνε ονομα και σωματα και στοματα και πλεον δεν σημαινουν τιποτα.... Οταν κανεις ερωτα κι επειτα δεν θυμασαι απο ποτε το κορμι σου ειναι κρυο... Ειναι δυο μερες? Ειναι δυο μηνες? Ειναι δυο χρονια? Μονος. Μονη. Τοσο μονη. Τοσο ολοτελα μονος. Με ερημωνει η Μοναξια. Μου τα παιρνει ολα και δεν μου αφηνει τιποτα. Βαζει στις αποσκευες της την ορεξη, το γελιο, την ξεγνοιαστη διαθεση... στο τελος τελος θυμαται και την "ελπιδα"... Την φορτωνει και αυτη και με χαιρετα μ' ενα απλο "γεια σου"... Κι οσα ρουχα κι αν ντυνομαι πια ειμαι

τοσο

μα τοσο

μα τοσο

μα τοσο

γυμνη...






The big star-carpeted staircase spreads out.
A shard is shining, glossy side up, among the stars.
Is it my work? My one and only soul? My life?
A shard.
And the gods squint at it, not knowing why it got left
there.
--Fernando Pessoa,1929

I am

I am the escaped one
I am the escaped one,
After I was born
They locked me up inside me
But I left.
My soul seeks me,
Through hills and valley,
I hope my soul
Never finds me.
--Fernando Pessoa