Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

εκτος Τοπου και Χρονου

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ 
 
Μ.Ν. Περπατώ μες στ' αγκάθια μες στα σκοτεινά
          σ' αυτά που 'ναι να γίνουν και στ' αλλοτινά
         κι έχω για μόνο μου όπλο μόνη μου άμυνα
         τα νύχια μου τα μωβ σαν τα κυκλάμινα.

  Α.   Παντού την είδα. Να κρατάει ένα ποτήρι και να κοιτάζει στο
         κενό. Ν' ακούει δίσκους ξαπλωμένη χάμου. Να περπατάει στο
         δρόμο με φαρδιά παντελόνια και μια παλιά γκαμπαρντίνα.
         Μπρος από τις βιτρίνες των παιδιών. Πιο θλιμμένη τότε. Και
     
    στις δισκοθήκες, πιο νευρική, να τρώει τα νύχια της. Καπνίζει
         αμέτρητα τσιγάρα. Είναι χλωμή κι ωραία. Μ' αν της μιλάς
         ούτε που ακούει καθόλου. Σαν να γίνεται κάτι άλλου - που
         μόνο αυτή τ' ακούει, και τρομάζει. Κρατάει το χέρι σου σφι-
         χτά, δακρύζει, αλλά δεν είναι εκεί. Δεν την έπιασα ποτέ και
         δεν της πήρα τίποτα.

Μ.Ν. Τίποτα δεν κατάλαβε. Όλη την ώρα μου 'λεγε «θυμάσαι;» Τι
          να θυμηθώ. Μονάχα τα όνειρα θυμάμαι γιατί τα βλέπω νύχτα.
          Όμως τη μέρα αισθάνομαι άσχημα - πως να το πω: απροε-
          τοίμαστη. Βρέθηκα μέσα στη ζωή τόσο άξαφνα - κει που δεν
          το περίμενα καθόλου. Έλεγα «μπα θα συνηθίσω». Κι όλα γύ-
          ρω μου έτρεχαν. Πράγματα κι άνθρωποι έτρεχαν, έτρεχαν -
          ώσπου βάλθηκα κι εγώ να τρέχω σαν τρελή.
Αλλά, φαίνεται, το
          παράκανα. Επειδή -δεν ξέρω- κάτι παράξενο έγινε στο τέ-
          λος. Πρώτα έβλεπα τον νεκρό κι ύστερα γινόταν ο φόνος.
          Πρώτα ερχόταν το αίμα κι ύστερα ο χτύπος κι η κραυγή. Και
          τώρα όταν ακούω να βρέχει δεν ξέρω τι με περιμένει...


Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

είναι διγαμία ν' Α-γαπάς και να ονειρεύεσαι.

Κορωνη 2011

Γυρνωντας το ρολοι πισω καποιους μηνες βλεπω σε ποσο τρελους ρυθμους περασα την Ενηληκιωση. Οχι το καταναγκαστικο μπαρ μιτσβα μου. Την ουσιαστικη. Εκεινη που γεμιζει με την πρωτη ρυτιδα την ψυχη σου. Αγαπησα τοσα μερη. Ομορφα μερη. Τοσους ανθρωπους. Ποσα φιλια, ποσες αγκαλιες, ποσα ταξιδια. Καστρα πανω απο θαλασσες πιο γαλανες απο το γαλαζιο. Αμμουδιες κρυφες που μυστικα ανακαλυπταμε και με ενθουσιασμο μικρων παιδιων δεν τις ομολογουσαμε πουθενα. Η δικη μας κρυφενια παραλια που μετα ολο και καποιος την ανεφερε σαν προορισμο και το μουτρο μας κατσουφιαζε. Γιατι ο παραδεισος μας δεν ητανε τελικα τοσο απατητος. Μα υστερα σαν το σκεφτομαι ειναι τοσο ομορφο που το δικο μας ξυλινο σπιτακι πανω στο δεντρο ειναι ο παραδεισος κι αλλων που αγαπιουνται ή που αγαπηθηκαν εστω για μια στιγμη. Περπατησαμε σε μονοπατια ποιητων που μιλησαν για την μεταμελεια που φορα ξυλοπαπουτσα. Φαγαμε συκα που κοψαμε πριν ενα δευτερολεπτο απο τα δεντρα. Ροδια μεγαλωμενα στις αυλες γνωριμων σπιτιων. Ειδα τη γατα μας να γενναει δυο φορες. Δουλεψα σ' ενα σχεδον "τηλεοπτικο" πλατο με χαρακτηρες γραμμενους στο ποδι κωμικου σεναριογραφου. Ολοι με τις καρυκευμενες τους ιστοριες που μονο οι μικροι τοποι ξερουν να διαιωνιζουν τοσο καλα μεσα στα χρονια. Οι ιδιες, ενηλικες πια ιστοριες, σχεδον εικοσι χρονω, ειπωμενες απο στομα σε στομα, ειπωμενες μια απο τους πρωταγωνιστες, μια απο δευτεραγωνιστες και μια απο καποιους που απλα τις ειχανε ακουσει απο αλλους και ο κυκλος της αναγεννησης τους τις εκανε σχεδον μυθικες. Ω, ποσο ειμαστε παιδια του Ομηρου.

Εμενα οι φιλοι μου ειναι πουλια αγρια και σκορπισανε σε πολεις ξενες που δεν μπορω να μαθω ολες τις γλωσσες τους. Μου δωσανε το γαλα μου να μεγαλωσω κι επειτα ξαμοληθηκα να γνωρισω τον κοσμο. Ενα μικρο βημα οχτακοσιων χιλιομετρων. Λιγο πριν το πιο μεγαλο βημα. Κι επειτα το ακομα πιο μεγαλο. Ειμαι σαλτιμπαγκος. Μεγαλωσα για να γινω ενας χορευτης της πλασης. Να με κοιταξουν ολοι οσοι μπορουν να δουν δυο λυπητερα ματια να χορευουν την ωρα που αναπολουν.

Εζησα, ζησαμε τις απωλειες αγαπημενων που βγαλανε φτερα μεσα μας κι εκει πια τους συναντουμε. Σε γευσεις, σε αρωματα, σε τοπους. Ο ενας στα ματια του αλλου. Στις ιστοριες που μοιραζομαστε για εκεινους. Παντα σε χρονο ενεστωτα. Στα μαλλια μου που θα μεινουν πλεον κοκκινα. Κοκκινα. Και να καινε. Να με καινε. Να με ζεσταινουν.

Ομολογησα την αγαπη μου που δεν θα επρεπε ποτε να ομολογησω και γνωρισα τις σιωπες της αγαπης. Ονειρευτηκα το αυριο αυτης της αγαπης και σχιστηκα αναμεσα στο λογικο και το φαντασιακο. Θα αφησω το χρονο να μας δειξει που θα μας παει. Η λογικη λεει: θα παει μακρια. Μακρια εγω απο εσενα. Η φαντασια λεει: επανω στο σωμα σου. Εκει γυροφερνει το μυαλο μου και μια χτυπιεται απο τη λυσσα και μια γλυκαινει απο την προσμονη του ανεφικτου. Με ραγισες. Κι ακομα σε ερωτευομαι. Φευγεις κι εγω σε ερωτευομαι περισσοτερο. Δεν σε βλεπω και τιποτα δεν εχει σημασια να δω πια. Περα απο εσενα. Μην τρομαζεις. Σε παρακαλω μην τρομαζεις. Ειμαι τυφωνας. Αυτο ειμαι και τιποτα αλλο. Μην τρομαζεις. Που σ' αγαπω μην τρομαζεις. Ετσι αγαπουν οι τυφωνες, σαλτιμπαγκοι.

Η χωρα χανεται. Ο κοσμος χανεται. Οι φιλοι φευγουνε. Ο ερωτας μου ειναι φοβισμενος. Ολα ειναι ρευστα. Η ελπιδα σβηνει και αναβει. Μαζοχισμος και σαδισμος. Μα αυτη την ωρα απλα επιλεγω να αγαπω ολα αυτα που επιθυμησα, που μοιραστηκα, που μου λειπουνε, τους φιλους, Εσενα, την Αθηνα, το χωριο μου, την πολη μου, την ασχημια των ανθρωπων, το λακωνικο σου μηνυμα που σταματησε ενα μπιπ της καρδιας... Ολα τ' αγαπω αποψε. Αγαπω. 

Ειμαι ενας τυφωνας, σαλτιμπαγκος που δεν νιωθει τιποτα αλλο περα απο αγαπη. Αγαπη.


Καστρο Κορωνης 2011

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Sweet Charity

Τιποτα. Δεν καταλαβες ποτε τιποτα. Απο οσα ειμαι, απο οσα νιωθω, απο το ποσο κραταει το αυριο. Μια αιωνιοτητα και μια μερα. Μια μερα που εγω θυμαμαι δεμενη στο λαιμο σαν φυλχτο. Δεν θα φυγει ποτε της απο εκει. Ο,τι κοροιδεψα το γευτηκα. Και η γευση του ειναι στιφη. Ειναι αλμυρη. Ειναι γλυκια. Γιατι αυτο το φυλαχτο και αυτα τα ονειρα και ολο το συμπαν μου λεει πως δεν μπορει να μην καταλαβες τιποτα. Πως δεν ειμαι τοσο τρελη ή τοσο παιδι που να τρεχω πισω απο πουκαμισα αδειανα. 

Θελω να μην υπηρχες. Ποσο τετριμενο. Ποσο χιλιοειπωμενο. Μα η φυση μας ειναι καταδικασμενη. Ολα οσα ηταν να ειπωθουν ειπωθηκαν απο τον πρωτο ανθρωπο. Μετα αντιγραφες και ξανα παλι αντιγραφες πανω στις πρωτες εκεινες ανυπογραφες γραφες. Γιατι το στομα μπορει να πει οσα το χερι αδυνατει. Γιατι το σωμα μιλαει τοσο πιο ευγλωττα τον ερωτα, την απατη, το μισος, τη διχονοια. Το βλεμμα αρκει για να πει τι ειναι φθονος. Το αγγιγμα τι ειναι ποθος. Η κραυγη μεσα στο στηθος τι ειναι αγαπη. Αυτη η μικρη, πελωρια κραυγη που ολο μαλωνει με το ελλογο.  Γιατι η αγαπη δεν ειναι μονο κατι που αισθανεσαι. Ειναι κατι που βιωνεις. Που μεγαλωνεις μεσα σου. Που το εχεις να σου κλωτσαει το μυαλο, την κοιλια, τη ραχοκοκαλια. Που αποζητα για θηλαστρο τα χειλη του, τα χερια του, τα ματια του, το κορμι του. Ποσο βασανο ειναι αυτη η αγαπη. Ποσο βασανο.

Ποσος πονος για μια και μονη ιδεα, που θα ελεγε και ο ποιητης. Αν αφηνες λιγακι τον εαυτο σου. Να νιωσει. Να τολμησει. Να  ξεφυγει απο τις νορμες του. Αν μου χαριζες το στομα σου για δωρο μια γιορτη ποσο ομορφα θα ητανε ολα. Ο κοσμος θα καταστρεφοταν, μα εγω θα ημουνα ευτυχισμενη. Γιατι δυστυχως υπηρξες και δυστυχως σε γνωρισα και δυστυχως (ή ευτυχως) σε συναντησα και σε ονειρευτηκα. Και η ιστορια μας εμεινε στα πρωτα κλικ κλακ του συγγραφεα. Γιατι ειναι τεμπελης ο συγγραφεας της δικιας μας ιστοριας. Τεμπελης σαν εμενα και τυφλος σαν εσενα. 

Σ' αγαπαω τοσο βαθια. Και καπου στην παραζαλη ξερω πως μ' αγαπας κι εσυ λιγακι. Ισως μιλαει το αλκοολ. Ισως μιλαει η επιθυμια. Αλλα . . .