Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

Ζωη σε Χρονο Καταθλιπτικο

ξαφνικα τα ματια τυφλωνουν. οι λεξεις δεν ακουγονται οπως τις λενε τα στοματα, μα οπως τις λεει ο νους σου. σου λενε "σ' αγαπω" κι ακους "με κουρασες". σε κοιτουν με στοργη και συ βλεπεις οργη. και δεν θελεις να βλεπεις αυτα τα ματια, ουτε να ακους τουτα τα στοματα. τα σχεδια που εκανες ολα πεφτουν απο τον ουρανο με χαλασμενο αλεξιπτωτο και σκορπιουνται σε χιλια κομματια. ο καιρος που εχασες. τα τηλεφωνα που δεν χτυπουν. ο θυμος οταν χτυπουν γιατι δεν χτυπουν οσο συχνα θα θελες. ton petit ami με τα δρακοντισια δοντια επανεμφανιζεται οπως τοσες φορες και ολα γινονται κομματια. γινεσαι κομματια. δεν ειναι "ολα" που πεφτουν. . εισαι συ που πεφτεις. τραβας το σκοινι. τραβας. δεν ανοιγει η μαγικη ομπρελα. και δεν εχεις φτερα. και κανενα χερι να πιαστεις. τα συναισθηματα ζυμωνονται το ενα μεσα στο αλλο. και ισως τοτε θελεις να ξεσκισεις τις σαρκες σου μια και καλη. δεν αντεχεις αυτο τον βουβο πονο. αυτη την αγαπη που εκφραζεται με λεξεις κακιας. πληγωνεις και πληγωνεσαι. και δεν μεγαλωνεις με το χρονο που μεγαλωνουν οι αλλοι. τα δεντρα. η φυση. κι αυτο σε θυμωνει ακομα πιο πολυ. προχωρας σερνοντας τα δακρυα σου. τοση κουραση για τοσα λιγα χρονια. ενα φιλι. ψαχνεις ενα φιλι να διωξει να συννεφα. γιατι η ψυχη καιγεται οταν παψει ν' αγαπα. τοσος φοβος να ζησεις. τοσος φοβος. τοση διψα. τα ονειρα μαυρισανε και τουτα. θυμος επειδη καταλαβαινω, οχι επειδη δεν καταλαβαινω. δεν μου φτανουν οι λεξεις. δεν μου φτανει ο αερας. δεν μου φτανουν οι χιλιες αγκαλιες. θελω κι αλλες για να βαφτει ουρανιο τοξο το μαυρο μου. πεφτω. πεφτω και ξερω την αισθηση του να σπας. δεν ειναι η πρωτη φορα που πεφτω. κι επειτα η συγκροτηση. κι επειτα τα φιλτρα του Μαγιστρου. μην παψεις ν' αγαπας ψυχη μου, μου λεω. ακομα κι οταν κρακ κρακ κρακ κρακ διαλυθεις σε μυρια κομματια μην καψεις την ψυχη σου. βαλε το ενα χερι στα αυτια και τ' αλλο στα ματια. αγαπα κι ασε να σ' αγαπουν. ζησε στο δικο σου χρονο γιατι αυτος ειναι ο μονος που μπορεις να ζησεις. δωσε μου ενα φιλι. δωσε μου ενα φιλι και μην μ' ακους.

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2009

Porque el alma prende fuego cuando deja de amar. . ,

video

He venido al desierto pa irme de tu amor
Que el desierto es más tierno y la espina besa mejor
He venido a este centro de la nada pa gritar
Que tú nunca mereciste lo que tanto quise dar
Que tú nunca mereciste lo que tanto quise dar
He venido al desierto pa irme de tu amor
Que el desierto es más tierno y la espina besa mejor
He venido a este centro de la nada pa gritar
Que tú nunca mereciste

He venido yo corriendo olvidándome de ti
Dame un beso pajarillo no te asustes colibrí
He venido encendida al desierto pa quemar
Porque el alma prende fuego cuando deja de amar
Porque el alma prende fuego cuando deja de amar

He venido yo corriendo olvidándome de ti
Dame un beso pajarillo y no te asustes colibrí
He venido encendida al desierto pa quemar
Porque el alma prende fuego

He venido yo corriendo olvidándome de ti
Dame un beso pajarillo y no te asustes colibrí
He venido encendida al desierto pa quemar
Porque el alma prende fuego cuando deja de amar
Porque el alma prende fuego cuando deja de amar

He venido al desierto pa irme de tu amor
Que el desierto es más tierno y la espina besa mejor
He venido a este centro de la nada pa gritar
Que tú nunca mereciste lo que tanto quise dar
He venido yo corriendo olvidándome de ti
Dame un beso pajarillo y no te asustes colibrí
He venido encendida al desierto pa quemar
Porque el alma prende fuego

--El Desierto, Lhasa De Sela

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2009

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009

i was rising up hitting the ground and breaking, and breaking . .


i got caught in the store
and carried away
i got turned, turned around

i got caught in the store
that's what happened to me
so i didn't call
and you can't see me for a while


i was rising up
hitting the ground
and breaking, and breaking

i got caught in the store
things were flying around
and doors were slamming, and windows weren't breaking
and i couldn't hear what you were saying
and i couldn't hear what you were saying
i couldn't hear what you were saying

i was rising up
hitting the ground
and breaking, and breaking

rising up

rising up

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2009

Voy a dormir, nodriza mía, acuéstame.

Is there a home where heavy earth
Melts to bright air that breathes no pain,
Where water leaves no thirst again
And springing fire is Love's new birth?

Ολα εχουν πλεον αλλαξει οριστικα. Βλεπεις τα ιδια προσωπα, τα ιδια μερη, ακους τα ιδια τραγουδια και τα ιδια λογια μα ειναι ολα τοσο διαφορετικα πια. Σαν να αποκτας καινουργια ματια και αυτια και γλωσσα και χερια. Μα εγω δεν ειμαι ετοιμη γι αυτο το μεγαλο βημα που θα με παει παρακατω. Θα 'θελα καποιον διπλα μου, καθε στιγμη, καθε λεπτο μεχρι να παρω τη βαθεια ανασα και να κανω τη βουτια στο νερο. Κι υστερα οταν σηκωθω ψηλα στην επιφανεια θα αντικρισω εναν αλλο κοσμο. Καθε φορα γκρεμιζεις και χτιζεις απο την αρχη. Για αλλους αυτη ειναι η μαγεια της ζωης. Η ομορφια της ειναι η πολυμορφια της. Μα εμενα με τρομαζουν οι αλλαγες. Και ισως ισως. . αυτος ο "καποιος" που αναζητω να ειναι τωρα δα διπλα μου. Παντοτε εψαχνα την αγαπη και τις αγκαλιες εξω. Ποτε δεν κοιταξα μεσα μου.

Νιωθω περιεργα εδω και καιρο. Αναμεικτα συναισθηματα και μπερδεμενες σκεψεις. Παιδιστικα φερσιματα και μια αδρανεια που απροσκλητη χτυπησε το κουδουνι την πιο ακαταλληλη στιγμη. Δεν ξερω αληθεια γιατι συμβαινουν ολα αυτα. Και δεν εχω το κουραγιο να τα βαλω κατω να καταλαβω. Μπορει αργοτερα. . Πολυ αργοτερα να καθαρισουν ολα. Προς το παρον σχεδιαζω ενα μελαγχολικο καλοκαιρι με πολυ διαβασμα και χωρις σκεψεις με αιχμηρα δοντια.

Εχω χασει ενα κομματι της καρδιας μου. Ομως οι μνημες και οι αγαπες και τα φιλια δεν χανονται. Δεν θα χαθουν ποτε. Ειναι κομματια του πυλου απο τον οποιο σμιλευτηκα ολα αυτα τα χρονια. Μακαρι να βρω το δρομο μου. Τον δικο μου δρομο. Τα εχω κανει τοσες φορες θαλασσα που επαψα να μετραω.

Και λυπαμαι και κλαιω και θυμωνω και η στοργη γινεται οργη και η απραξια αυτοτιμωρια.

Θα κανουμε καιρο να τα πουμε.

Δεν ξερω. Η απαντηση σε ολα ειναι: "Δεν ξερω". Και απλα ευχομαι και ελπιζω να ειναι τα περισσοτερα υπερβολες του μυαλου μου.

Young Love lies dreaming;
But who shall tell the dream?

Θα βαλω αποψε μια μια τις ινδιανικες κουκλιτσες μου κατω απο το μαξιλαρι μου και στην καθεμια θα πω απο μια μου εγνοια. Και μακαρι σαν ξυπνησω αυριο να εχουν παρει τις εγνοιες μου μακρια οπως λεει ο μυθος.

Δεν θα ζητησω αλλες συγγνωμες γιατι οι συγγνωμες ειναι σαν πορνες.
Φτηνες .

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2009

I' m going in--Lhasa de Sela

video

When my lifetime had just ended
And my death had just begun

I told you I’d never leave you
But I knew this day would come

Give me blood for my blood wedding
I am ready to be born
I feel new
As if this body were the first I’d ever worn
I need straw for the straw fire
I need hard earth for the plow
Don't ask me to reconsider
I am ready to go now

I'm going in I’m going in
This is how it starts
I can see in so far
But afterwards we always forget
Who we are

I'm going in I’m going in
I can stand the pain
And the blinding heat
'Cause I won't remember you
The next time we meet

You'll be making the arrangements
You'll be trying to set me free
Not a moment for the meeting
I'll be busy as a bee

You'll be talking to me
But I just won't understand
I'll be falling by the wayside
You'll be holding out your hand

Don't you tempt me with perfection
I have other things to do
I didn't burrow this far in
Just to come right back to you

I'm going in I’m going in
I have never been so ugly
I have never been so slow

These prison walls get closer now
The further in I go

I'm going in I’m going in
I like to see you from a distance
And just barely believe
And think that
Even lost and blind
I still invented love

I'm going in
I’m going in
I’m going in

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2009

I lie Whole On a whole world I cannot touch . .

It happens. Will it go on? ----
My mind a rock,
No fingers to grip, no tongue,
My god the iron lung

That loves me, pumps
My two
Dust bags in and out,
Will not

Let me relapse
While the day outside glides by like ticker tape.
The night brings violets,
Tapestries of eyes,

Lights,
The soft anonymous
Talkers: 'You all right?'
The starched, inaccessible breast.

Dead egg, I lie
Whole
On a whole world I cannot touch,
At the white, tight

Drum of my sleeping couch
Photographs visit me-
My wife, dead and flat, in 1920 furs,
Mouth full of pearls,

Two girls
As flat as she, who whisper 'We're your daughters.'
The still waters
Wrap my lips,

Eyes, nose and ears,
A clear
Cellophane I cannot crack.
On my bare back

I smile, a buddha, all
Wants, desire
Falling from me like rings
Hugging their lights.

The claw
Of the magnolia,
Drunk on its own scents,
Asks nothing of life.
--Paralytic, Sylvia Plath

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2009

. . όλη η καρδιά του άνθρωπου είναι μια κραυγή

Σκάψε! Τι βλέπεις;

Ανθρώπους και πουλιά, νερά και πέτρες!

Σκάψε ακόμα! Τι βλέπεις;

Ιδέες κι ονείρατα, αστραπές και φαντάσματα.

Σκάψε ακόμα! Τι βλέπεις;

Δε βλέπω τίποτα! Νύχτα βουβή, πηχτή σα θάνατος. Θα ΄ναι ο θάνατος.

Σκάψε ακόμα!

Αχ! Δεν μπορώ να διαπεράσω το σκοτεινό μεσότοιχο! Φωνές γρικώ και κλάματα, φτερά γρικώ στον άλλον όχτο!

Μην κλαις! Μην κλαις! Δεν είναι στον άλλον όχτο! Οι φωνές, τα κλάματα και τα φτερά είναι η καρδιά σου!

Ρωτώ, ξαναρωτώ χτυπώντας το χάος: Ποιος μας φυτεύει στη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; Ποιος μας ξεριζώνει από τη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια;

Είμαι ένα πλάσμα εφήμερο, αδύναμο, καμωμένο από λάσπη κι ονείρατα. Μα μέσα μου νογώ να στροβιλίζουνται όλες οι δυνάμες του Σύμπαντου.

Θέλω μια στιγμή, προτού με συντρίψουν, ν΄ ανοίξω τα μάτια μου και να τις δω. Αλλο σκοπό δε δίνω στη ζωή μου.

Θέλω να βρω μια δικαιολογία για να ζήσω και να βαστάξω το φοβερό καθημερινό θέαμα της αρρώστιας, της ασκήμιας, της αδικίας και του θανάτου.

Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα. Τούτο είναι το τρίτο χρέος.

Μέσα στο εφήμερο ραχοκόκαλό μου δυο αιώνια ρέματα ανεβοκατεβαίνουν. Μέσα στα σωθικά μου ένας άντρας και μια γυναίκα αγκαλιάζουνται. Αγαπιούνται και μισούνται, παλεύουν.

Δεν είμαι καλός, δεν είμαι αγνός, δεν είμαι ήσυχος! Αβάσταχτη είναι η ευτυχία κι η δυστυχία μου, είμαι γιομάτος άναρθρες φωνές και σκοτάδι· κυλιούμαι όλο δάκρυα κι αίματα μέσα στη ζεστή τούτη φάτνη της σάρκας μου.

Φοβούμαι να μιλήσω. Στολίζουμαι με ψεύτικα φτερά, φωνάζω, τραγουδώ, κλαίω, για να συμπνίγω την ανήλεη κραυγή της καρδιάς μου.

Δεν είμαι το φως, είμαι η νύχτα· μα μια φλόγα λοχίζει ανάμεσα στα σωθικά μου και με τρώει. Είμαι η νύχτα που την τρώει το φως.

Με κίντυνο, βαρυγκομώντας, τρεκλίζοντας μέσα στο σκοτάδι, πασκίζω να τιναχτώ από τον ύπνο, να σταθώ λίγη ώρα, όσο μπορώ, ορθιος.

Μια μικρή ανυπόταχτη πνοή μάχεται μέσα μου απελπισμένα να νικήσει την ευτυχία, την κούραση και το θάνατο.

Η καρδιά σμίγει ό,τι ο νους χωρίζει, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη.

Περιμάζωξε στην καρδιά σου όλες τις τρομάρες, ανασύνθεσε όλες τις λεπτομέρειες. Ένας κύκλος είναι η λύτρωση· κλείσε τον!

Τι θα πει ευτυχία; Να ζει όλες τις δυστυχίες. Τι θα πει φως; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια.

Είμαστε ένα γράμμα ταπεινό, μια συλλαβή, μια λέξη από τη γιγάντια Οδύσσεια. Είμαστε βυθισμένοι σ΄ ένα γιγάντιο τραγούδι και λάμπουμε όπως λάμπουν τα ταπεινά χοχλάδια όσο είναι βυθισμένα στη θάλασσα.

Η ουσία του Θεού μας είναι ο ΑΓΩΝΑΣ. Μέσα στον αγώνα τούτον ξετυλίγουνται και δουλεύουν αιώνια ο πόνος, η χαρά κι η ελπίδα.

Το ανηφόρισμα, ο πόλεμος με το αντίδρομο ρέμα, γεννάει τον πόνο. Μα ο πόνος δεν είναι ο απόλυτος μονάρχης. Η κάθε νίκη, η κάθε προσωρινή ισορρόπηση στο ανηφόρισμα γιομώνει χαρά το κάθε ζωντανό, που αναπνέει, θρέφεται, ερωτεύεται και γεννάει.

Μα μέσα από τη χαρά κι από τον πόνο αναπηδάει αιώνια η ελπίδα να ξεφύγουμε από τον πόνο, να πλατύνουμε τη χαρά.

Η στερνή, η πιο ιερή μορφή της θεωρίας είναι η πράξη.

Ο Έρωτας; Πως αλλιώς να ονοματίσουμε την ορμή που, ως ματιάσει την ύλη, γοητεύεται και θέλει να τυπώσει απάνω της την όψη της; Αντικρίζει το σώμα και θέλει να το περάσει, να σμίξει με την άλλη κρυμμένη στο σώμα τούτο ερωτική κραυγή, να γενούν ένα, να χαθούν, να γίνουν αθάνατες μέσα στο γιο.

Δεν πολεμούμε τα σκοτεινά μας πάθη με νηφάλια, αναιμικιά, ουδέτερη, πάνω από τα πάθη αρετή. Παρά με άλλα σφοδρότερα πάθη.

Αφήνουμε τη θύρα μας ανοιχτή στην αμαρτία. Δε βουλώνουμε τ΄ αυτιά μας να μην ακούσουμε τις Σειρήνες. Δε δενόμαστε από φόβο στο κατάρτι μιας μεγάλης Ιδέας· μήτε παρατούμε το καράβι και χανόμαστε γρικώντας, φιλώντας τίς Σειρήνες.

Παρά εξακολουθούμε την πορεία μας, αρπάζουμε και ρίχνουμε τις Σειρήνες στο καράβι μας και ταξιδεύουν κι αυτές μαζί μας. Τούτη είναι, σύντροφοι, η καινούρια Ασκητική μας!

Να πεθαίνεις κάθε μέρα. Να γεννιέσαι κάθε μέρα. Ν΄ αρνιέσαι ό,τι έχεις κάθε μέρα. Η ανώτατη αρετή δεν εϊναι να ΄σαι ελεύτερος, παρά να μάχεσαι για ελευτερία.
Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: "Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;" Πολέμα!
ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΑ ΤΟΥΤΟ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!
ΤΕΛΟΣ
--Ασκητικη, Νικος Καζαντζακης

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

Ana


Σήμερα είδα ένα ποτάμι που τρέχανε αστέρια μέσα του.Και μετά είδα ένα δάσος.Ένα δάσος γεμάτο αποχρώσεις του σκούρου πράσινου και του σκούρου μπλε,το ημίφως ίσως τα έκανε να φαίνονται έτσι.Άρχισα να περπατάω και να ανιχνεύω,να ψηλαφίζω με τις ρώγες των δακτύλων μου τους πολύτιμους κορμούς των ζωντανών δέντρων και να νιώθω τη σοφία να πάλλεται μέσα τους.Η γεύση της υγρασίας γλύκαινε το στόμα μου και χωρίς να το καταλάβω ανακάλυψα ότι το δάσος έκρυβε μια πράσινη σπηλιά που σχηματιζόταν από μεγάλα φύλλα..Και μπήκα μέσα,δεν μπορούσα να αντισταθώ.Και δε θυμάμαι τι είδα,αλλά όταν ξύπνησα είχα την αίσθηση του ανέμου στα μαλλιά μου σα να με είχε ξεπλύνει,σα να χε διαπεράσει κάθε μου εκατοστό,σα μια κουβέρτα που με τύλιξε και με άφησε πιο γυμνή και ανέγγιχτη από ποτέ.Και ο αέρας που ανέπνεα..τόσο λεπτός και ελαφρύς,τόσο αβίαστος..σα να μην ανέπνεα καν. Μη με ρωτάς γιατί είμαι μόνη στα όνειρά μου.Δεν είμαι μόνη.Είναι κι αυτός εκεί.Δεν εμφανίζεται ποτέ αλλά νιώθω τη σκιά του.Αυτή την ανάλαφρη αίσθηση των φρούτων και της γης-του ξύλου,της σοφίας,του ανέμου.Αυτός θα με πάρει στο τέλος,αυτός θα με σηκώσει στους ώμους του και θα με σύρει μακριά,όπου εγώ κι αυτός θα θέλουμε. Με βλέπει,με παρατηρεί και με φροντίζει όταν εγώ δεν είμαι εκεί.Ζει σε εκείνη την ακτή που είναι πάντα βράδυ,με την ψιλή ζαχαρί άμμο,με τη μαύρη ήρεμη θάλασσα και τα αστέρια που φωσφωρίζουν πάνω της και χορεύουν μέσα της,μαζί με τα δυο φεγγάρια.Στους βράχους ξεκουράζεται,φυλάει την πύλη του δάσους. Αυτός θα με πάρει στο τέλος-θα με σηκώσει στους ώμους του και θα φύγουμε.Και θα με έχει σώσει,όπως και εγώ θα τον σώσω.Εγώ ο οδηγός του,αυτός το όχημά μου.Μαζί μόνο μπορούμε να υπάρξουμε. Το ξέρω,το ξέρω πως υποφέρει στη σκλαβιά του όπως κι εγώ υποφέρω,αλλά με αφήνει να δω-πρέπει πρώτα να βρω το δρόμο για να τον διαβούμε μαζί

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009

Slow Swirl at the Edge of the Sea



"It was with the utmost reluctance that I found the figure could not serve my purposes....But a time came when none of us could use the figure without mutilating it",

ειπε καποτε ο Rothko.

Βεβαια εκεινος μιλουσε για την τεχνη. Για τα διαγραμματα, τις μορφες, τα απατηλα ανθρωπινα σωματα, τα χαρακτηριστικα του προσωπου που απουσιαζαν... Κομμενα χερια, κομμενα ποδια...
Ταχα δεν θα μπορουσαμε να πουμε το ιδιο για το σημερα μας? Ακρωτηριαζουμε αυτα που αγαπαμε... Ή τουλαχιστον αυτο κανω εγω χωρις συναισθηση και χωρις ελεος.

Σ' ενα μονοπατι χαμενων φιλων... Εγω τους εχασα... Αχ, δεν προσεχα... Δεν προσεχα... Γιατι δεν προσεχες Μαρια-Ηλεκτρα? Γιατι?
Μια πορεια διανοητικης και συναισθηματικης παρακμης. Εδω και απειρο καιρο. Τα βιβλια της σχολης μου εχουν πεταξει αγκαθια και μου ματωνουν τα χερια. Πανικοβαλομαι και μονο στην ιδεα να διαβω τα σκαλοπατια του πανεπιστημιου. Φοβαμαι... Φοβαμαι μην συναντησω την Μαρια-Ηλεκτρα δεκαοχτω χρονων...

Περιδυνηση

Θελω να πιω μεχρι το πιοτο να τρυπησει το σωμα μου. Και να γινω ενα ζωντανο συντριβανι...

But a time came when none of myselves could exist without mutilating their being

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2009

Erich Fromm

Who will tell whether one happy moment of love, or the joy of breathing or walking on a bright morning and smelling the fresh air, is not worth all the suffering and effort which life implies

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2009

Je suis un mensonge qui dit toujours la vérité. .

Τι ομορφα που ακουγεται αυτη η φραση στα γαλλικα. Με το ανοιγοκλεισιμο των χειλιων και εκεινο το απαλο "ρο". Και ποσο γλυκα ακουγεται η λεξη "ψεμα". Χωρις την ελληνικη χροια που καταδικαζει το ψευσμα στην ανοσιοτητα. Η γαλλικη λεξη με το "ζητα" στη μεση της προσδισει μια χαριτωμενη νοτα. Αυτην ακριβως που χρειαζεται το κειμενο τη δεδομενη στιγμη. Γιατι ολοι οι ανθρωποι ειμαστε ενα "μεζοñ". Εφοσον η αληθεια ειναι η μη-ληθη, τι ειναι το ψεμα παρα η ληθη? Καταδικασμενοι και πεθαμενοι απο την πρωτη πνοη μας. Περαστικοι αναμεσα σε κοσμους και καταστασεις. Αυτη τη στιγμη δεν νιωθω να θελω τιποτα . Δεν αισθανομαι την αναγκη κανενος. Και αυτην ακριβως την στιγμη νιωθω πως τιποτα δεν μπορει να με κανει ευτυχισμενη. Αυτη τη στιγμη. Για αυριο δεν ξερω. Μα επεσε στα ματια μου τουτη δω η φραση του Jean Cocteau και βρηκε ευκαιρια η σκεψη να αφησει τα επιγεια--που τη δεδομενη στιγμη επειγουν--και να χαθει αναμεσα στο πληθος. Μια ψηλη και χοντροπετσωμενη παρομοιωση, ενας λιγδαρης φιλοσοφος, ενα σμαρι απο ατακτα παιδια που μασουλανε τσιχλες και τις κολλανε στην καρεκλα της δασκαλας. Δυο γερικα χερια που με σηκωνανε ψηλα και δεν φοβομουνα τιποτα πριν πολλα πολλα χρονια. Ποσο μου λειπουνε. Ποσο μου λειπει μια φωνη που θα με καταλαβει. Θα μου λεει παντα την αληθεια και θα μου πει τι πρεπει να κανω. Γιατι αυτη τη στιγμη νιωθω ανημπορη να κανω το ο,τιδηποτε. Σαν να μην εχει σημασια. Σαν τιποτε να μην ειχε σημασια. Τωρα που ολα θα αλλαξουνε. Τωρα που ολοι σκορπισαμε. Τωρα που δεν μπορω να τραγουδησω για την αγαπη. Ποση απελπισια. Μα ποση απελπισια δειχνουν τα ματια μου. Ποση εκπορνευση για αγκαλιες που δεν σημαινουν τιποτα. Τιποτα. Τιποτα. Κι επειτα το καυτο σημαδι του μεγαλυτερου ψεματος που αρχισε να θρεφει επιτελους αφηνοντας μια καλογραμμωμενη ουλη μεσα μου. Κι εγω που παντα λεω την αληθεια δεν εχω κεφια να μιλαω αυτες τις μερες. Γιατι δεν θελω να πω την αληθεια. Δεν θελω να την ακουω. Προτιμω τη σιωπη. Γιατι ακομα και στο μεγαλυτερο ψεμα κρυβονται αληθειες. Και τις περισσοτερες φορες, αυτες οι αλλοκοτες "αληθειες" που καρικατουρευονται σε ψευδη ειναι και οι πιο αιχμηρες. Και αφηνουν τις πιο κακοφορμισμενες ουλες. Σαν τη δικη μου. Ασχημη, κοκκινη και για παντα εκει περα. Σταμπα και σημαδι ενος χαμενου χρονου. Σημαδι του διψασμενου να δει οασεις εκει που υπαρχει μοναχα η ξερη, ασχημη ερημος. Ποσο χωμα ηπια μεχρι να καταλαβω πως δεν ηταν νερο. Και γεμισα ακομα περισσοτερα "γιατι". Οσο μεγαλωνω αντι να μειωνονται το αντιθετο. Αυξανονται. Και δεν ειναι κανενας να μου απαντησει. Δεν ειναι τα χερια που μου αγοραζαν καραμελες. Τα εχασα στα εξι μου χρονια. Και τα χερια που εκεινος γεννησε μου μοιαζουν τοσο ξενα. Κι οσο κι αν τα αγαπω δεν μπορω να ακουμπησω τα "γιατι" μου επανω τους.

I never could talk to you.
The tongue stuck in my jaw.

Απογοητευση, φοβος, ανησυχια, τρομος.
Ολα τα ουσιαστικα που κρυβονται τις νυχτες κατω απο τα μωρουδιακα κρεββατια ηρθανε και σερνουνε χορο μπροστα στα ματια μου.
Αυτες τις μερες και αυτες τις νυχτες.

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2009

A B R A S A X





Δεν εχω ιδεα ποτε οι ανεμοι αλλαξανε φορα. Τρομαζω οταν οι ανθρωποι προφερουν ολοκληρο το ονομα μου. Ουτε που ξερω τι θελω. Ουτε που θελω να ειμαι. Ολα εχουν αλλαξει οριστικα και αμετακλητα. Οσο κι αν τραβαω απο τα μαλλια τον Χρονο, τα μαλλια εχουν πλεον ξεριζωθει απο το κρανιο παρασερνοντας και την επιδερμιδα του κεφαλιου μαζι. Ειμαι αντιμετωπη καταφατσα με το αδειανο τσοφλι του νου και θελω να το σπασω κι αυτο. Να τα διαλυσω ολα. Να μην υπαρξει ποτε το μετα. Το αργοτερα. Γιατι ισως δεν ειμαι αρκετη. Και δεν ξερω αν θελω ή αν μπορω να κανω αυτο το μοναδικο ταξιδι μου στη γη. Δεν ξερω αν θελω να συναντησω αυτον τον ομορφο Αστερια στα βαθη της θαλασσας που μια μερα θα με εγκαταλειψει κι αυτος για να παει σε αλλους ωκεανους.
Εφτα χρονια συσσωρευμενης αγαπης απο σενα κι εσενα κι εσενα κι εσενα κι εσενα. Ποση τυχη στ' αληθεια για τοση αγαπη. Ποση ομορφια. Ποσα τραγουδια και ποσα χαμογελα. Ποσα δακρυα και τσακωμοι και αγκαλιες μετα.
Ενας χορος αγαπημενων προσωπων γυροφερνει τη μνημη. Αλλα μακρια, αλλα χαμενα, αλλα πλεον ξενα. Ξαφνικα τιποτα δεν ειναι ιδιο. Παλι απο την αρχη να καταστρεψεις ενα παλιο αυγο και να δημιουργησεις ενα κ[ε]νουργιο αυριο. Ομως δεν ξερω αν αυτος ο νεοσσος ειναι ετοιμος ακομα να αφησει το αυγο του. Αν ηταν επιλογη του βεβαια δεν θα το αφηνε ποτε. Αλλα πρεπει. Η φυση το καλει να κανει αυτο το πρωτο τρυπημα με το αγουρο ακομα ραμφος. Κραταει την ανασα και δεν θελει να ακουει λογια κανενος. Δεν θελει να ελπιζει.
Του-λυπες ξαναφυτρωνουν στα ιδια μερη οπως καθε ανοιξη. Και αυτη η "ανοιξη" αρχισε να το επισκεπτεται παλι συχνα. Κατεστραμμενοι κοσμοι, σκορπισμενα φλουρια και μυστηριες χωρες: ολα ανακατα στην τραπουλα του παιχνιδιου που λεγεται ζωη.
Ποναει τοσο πολυ αυτη η πρωτη ανασα. Κι ας ειναι εκεινη που μας εγκαινιαζει στο νεο μας σπιτικο.

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2009

I have not yet forgot myself to stone


Eloisa to Abelard

In these deep solitudes and awful cells,
Where heav'nly-pensive contemplation dwells,
And ever-musing melancholy reigns;
What means this tumult in a vestal's veins?
Why rove my thoughts beyond this last retreat?
Why feels my heart its long-forgotten heat?
Yet, yet I love! — From Abelard it came,
And Eloisa yet must kiss the name.
Dear fatal name! rest ever unreveal'd,
Nor pass these lips in holy silence seal'd.
Hide it, my heart, within that close disguise,
Where mix'd with God's, his lov'd idea lies:
O write it not, my hand — the name appears
Already written — wash it out, my tears!

In vain lost Eloisa weeps and prays,
Her heart still dictates, and her hand obeys.
Relentless walls! whose darksome round contains
Repentant sighs, and voluntary pains:
Ye rugged rocks! which holy knees have worn;
Ye grots and caverns shagg'd with horrid thorn!
Shrines! where their vigils pale-ey'd virgins keep,
And pitying saints, whose statues learn to weep!
Though cold like you, unmov'd, and silent grown,
I have not yet forgot myself to stone.
All is not Heav'n's while Abelard has part,
Still rebel nature holds out half my heart;
Nor pray'rs nor fasts its stubborn pulse restrain,
Nor tears, for ages, taught to flow in vain.
Soon as thy letters trembling I unclose,
That well-known name awakens all my woes.
Oh name for ever sad! for ever dear!
Still breath'd in sighs, still usher'd with a tear.
I tremble too, where'er my own I find,
Some dire misfortune follows close behind.
Line after line my gushing eyes o'erflow,
Led through a sad variety of woe:
Now warm in love, now with'ring in thy bloom,
Lost in a convent's solitary gloom!
There stern religion quench'd th' unwilling flame,
There died the best of passions, love and fame.
Yet write, oh write me all, that I may join
Griefs to thy griefs, and echo sighs to thine.
Nor foes nor fortune take this pow'r away;
And is my Abelard less kind than they?
Tears still are mine, and those I need not spare,
Love but demands what else were shed in pray'r;
No happier task these faded eyes pursue;
To read and weep is all they now can do.
Then share thy pain, allow that sad relief;
Ah, more than share it! give me all thy grief.
Heav'n first taught letters for some wretch's aid,
Some banish'd lover, or some captive maid;
They live, they speak, they breathe what love inspires,
Warm from the soul, and faithful to its fires,
The virgin's wish without her fears impart,
Excuse the blush, and pour out all the heart,
Speed the soft intercourse from soul to soul,
And waft a sigh from Indus to the Pole.
Thou know'st how guiltless first I met thy flame,
When Love approach'd me under Friendship's name;
My fancy form'd thee of angelic kind,
Some emanation of th' all-beauteous Mind.
Those smiling eyes, attemp'ring ev'ry day,
Shone sweetly lambent with celestial day.
Guiltless I gaz'd; heav'n listen'd while you sung;
And truths divine came mended from that tongue.
From lips like those what precept fail'd to move?
Too soon they taught me 'twas no sin to love.
Back through the paths of pleasing sense I ran,
Nor wish'd an Angel whom I lov'd a Man.
Dim and remote the joys of saints I see;
Nor envy them, that heav'n I lose for thee.
How oft, when press'd to marriage, have I said,
Curse on all laws but those which love has made!
Love, free as air, at sight of human ties,
Spreads his light wings, and in a moment flies,
Let wealth, let honour, wait the wedded dame,
August her deed, and sacred be her fame;
Before true passion all those views remove,
Fame, wealth, and honour! what are you to Love?
The jealous God, when we profane his fires,
Those restless passions in revenge inspires;
And bids them make mistaken mortals groan,
Who seek in love for aught but love alone.
Should at my feet the world's great master fall,
Himself, his throne, his world, I'd scorn 'em all:
Not Caesar's empress would I deign to prove;
No, make me mistress to the man I love;
If there be yet another name more free,
More fond than mistress, make me that to thee!
Oh happy state! when souls each other draw,
When love is liberty, and nature, law:
All then is full, possessing, and possess'd,
No craving void left aching in the breast:
Ev'n thought meets thought, ere from the lips it part,
And each warm wish springs mutual from the heart.
This sure is bliss (if bliss on earth there be)
And once the lot of Abelard and me.
Alas, how chang'd! what sudden horrors rise!
A naked lover bound and bleeding lies!
Where, where was Eloise? her voice, her hand,
Her poniard, had oppos'd the dire command.
Barbarian, stay! that bloody stroke restrain;
The crime was common, common be the pain.
I can no more; by shame, by rage suppress'd,
Let tears, and burning blushes speak the rest.
Canst thou forget that sad, that solemn day,
When victims at yon altar's foot we lay?

Canst thou forget what tears that moment fell,
When, warm in youth, I bade the world farewell?
As with cold lips I kiss'd the sacred veil,
The shrines all trembl'd, and the lamps grew pale:
Heav'n scarce believ'd the conquest it survey'd,
And saints with wonder heard the vows I made.
Yet then, to those dread altars as I drew,
Not on the Cross my eyes were fix'd, but you:
Not grace, or zeal, love only was my call,
And if I lose thy love, I lose my all.
Come! with thy looks, thy words, relieve my woe;
Those still at least are left thee to bestow.
Still on that breast enamour'd let me lie,
Still drink delicious poison from thy eye,
Pant on thy lip, and to thy heart be press'd;
Give all thou canst — and let me dream the rest.
Ah no! instruct me other joys to prize,
With other beauties charm my partial eyes,
Full in my view set all the bright abode,
And make my soul quit Abelard for God.
Ah, think at least thy flock deserves thy care,
Plants of thy hand, and children of thy pray'r.
From the false world in early youth they fled,
By thee to mountains, wilds, and deserts led.
You rais'd these hallow'd walls; the desert smil'd,
And Paradise was open'd in the wild.
No weeping orphan saw his father's stores
Our shrines irradiate, or emblaze the floors;
No silver saints, by dying misers giv'n,
Here brib'd the rage of ill-requited heav'n:
But such plain roofs as piety could raise,
And only vocal with the Maker's praise.
In these lone walls (their days eternal bound)
These moss-grown domes with spiry turrets crown'd,
Where awful arches make a noonday night,
And the dim windows shed a solemn light;
Thy eyes diffus'd a reconciling ray,
And gleams of glory brighten'd all the day.
But now no face divine contentment wears,
'Tis all blank sadness, or continual tears.
See how the force of others' pray'rs I try,
(O pious fraud of am'rous charity!)
But why should I on others' pray'rs depend?
Come thou, my father, brother, husband, friend!
Ah let thy handmaid, sister, daughter move,
And all those tender names in one, thy love!
The darksome pines that o'er yon rocks reclin'd
Wave high, and murmur to the hollow wind,
The wand'ring streams that shine between the hills,
The grots that echo to the tinkling rills,
The dying gales that pant upon the trees,
The lakes that quiver to the curling breeze;
No more these scenes my meditation aid,
Or lull to rest the visionary maid.
But o'er the twilight groves and dusky caves,
Long-sounding aisles, and intermingled graves,
Black Melancholy sits, and round her throws
A death-like silence, and a dread repose:

Her gloomy presence saddens all the scene,
Shades ev'ry flow'r, and darkens ev'ry green,
Deepens the murmur of the falling floods,
And breathes a browner horror on the woods.
Yet here for ever, ever must I stay;
Sad proof how well a lover can obey!
Death, only death, can break the lasting chain;
And here, ev'n then, shall my cold dust remain,
Here all its frailties, all its flames resign,
And wait till 'tis no sin to mix with thine.
Ah wretch! believ'd the spouse of God in vain,
Confess'd within the slave of love and man.
Assist me, Heav'n! but whence arose that pray'r?
Sprung it from piety, or from despair?
Ev'n here, where frozen chastity retires,
Love finds an altar for forbidden fires.
I ought to grieve, but cannot what I ought;
I mourn the lover, not lament the fault;
I view my crime, but kindle at the view,

Repent old pleasures, and solicit new;
Now turn'd to Heav'n, I weep my past offence,
Now think of thee, and curse my innocence.
Of all affliction taught a lover yet,
'Tis sure the hardest science to forget!
How shall I lose the sin, yet keep the sense,
And love th' offender, yet detest th' offence?
How the dear object from the crime remove,
Or how distinguish penitence from love?
Unequal task! a passion to resign,
For hearts so touch'd, so pierc'd, so lost as mine.
Ere such a soul regains its peaceful state,
How often must it love, how often hate!
How often hope, despair, resent, regret,
Conceal, disdain — do all things but forget.
But let Heav'n seize it, all at once 'tis fir'd;
Not touch'd, but rapt; not waken'd, but inspir'd!
Oh come! oh teach me nature to subdue,
Renounce my love, my life, myself — and you.
Fill my fond heart with God alone, for he
Alone can rival, can succeed to thee.
How happy is the blameless vestal's lot!
The world forgetting, by the world forgot.
Eternal sunshine of the spotless mind!

Each pray'r accepted, and each wish resign'd;
Labour and rest, that equal periods keep;
"Obedient slumbers that can wake and weep;"
Desires compos'd, affections ever ev'n,
Tears that delight, and sighs that waft to Heav'n.
Grace shines around her with serenest beams,
And whisp'ring angels prompt her golden dreams.
For her th' unfading rose of Eden blooms,
And wings of seraphs shed divine perfumes,
For her the Spouse prepares the bridal ring,
For her white virgins hymeneals sing,
To sounds of heav'nly harps she dies away,
And melts in visions of eternal day.
Far other dreams my erring soul employ,
Far other raptures, of unholy joy:
When at the close of each sad, sorrowing day,
Fancy restores what vengeance snatch'd away,
Then conscience sleeps, and leaving nature free,
All my loose soul unbounded springs to thee.
Oh curs'd, dear horrors of all-conscious night!
How glowing guilt exalts the keen delight!

Provoking Daemons all restraint remove,
And stir within me every source of love.
I hear thee, view thee, gaze o'er all thy charms,
And round thy phantom glue my clasping arms.
I wake — no more I hear, no more I view,
The phantom flies me, as unkind as you.
I call aloud; it hears not what I say;
I stretch my empty arms; it glides away.
To dream once more I close my willing eyes;
Ye soft illusions, dear deceits, arise!
Alas, no more — methinks we wand'ring go
Through dreary wastes, and weep each other's woe,
Where round some mould'ring tower pale ivy creeps,
And low-brow'd rocks hang nodding o'er the deeps.
Sudden you mount, you beckon from the skies;
Clouds interpose, waves roar, and winds arise.
I shriek, start up, the same sad prospect find,
And wake to all the griefs I left behind.
For thee the fates, severely kind, ordain
A cool suspense from pleasure and from pain;
Thy life a long, dead calm of fix'd repose;
No pulse that riots, and no blood that glows.
Still as the sea, ere winds were taught to blow,
Or moving spirit bade the waters flow;
Soft as the slumbers of a saint forgiv'n,
And mild as opening gleams of promis'd heav'n.
Come, Abelard! for what hast thou to dread?
The torch of Venus burns not for the dead.
Nature stands check'd; Religion disapproves;
Ev'n thou art cold — yet Eloisa loves.
Ah hopeless, lasting flames! like those that burn
To light the dead, and warm th' unfruitful urn
.
What scenes appear where'er I turn my view?
The dear ideas, where I fly, pursue,
Rise in the grove, before the altar rise,
Stain all my soul, and wanton in my eyes.
I waste the matin lamp in sighs for thee,
Thy image steals between my God and me,
Thy voice I seem in ev'ry hymn to hear,
With ev'ry bead I drop too soft a tear.

When from the censer clouds of fragrance roll,
And swelling organs lift the rising soul,
One thought of thee puts all the pomp to flight,
Priests, tapers, temples, swim before my sight:
In seas of flame my plunging soul is drown'd,
While altars blaze, and angels tremble round.
While prostrate here in humble grief I lie,
Kind, virtuous drops just gath'ring in my eye,
While praying, trembling, in the dust I roll,
And dawning grace is op'ning on my soul:
Come, if thou dar'st, all charming as thou art!
Oppose thyself to Heav'n; dispute my heart;
Come, with one glance of those deluding eyes
Blot out each bright idea of the skies;
Take back that grace, those sorrows, and those tears;
Take back my fruitless penitence and pray'rs;
Snatch me, just mounting, from the blest abode;
Assist the fiends, and tear me from my God!
No, fly me, fly me, far as pole from pole;
Rise Alps between us! and whole oceans roll!
Ah, come not, write not, think not once of me,
Nor share one pang of all I felt for thee.

Thy oaths I quit, thy memory resign;
Forget, renounce me, hate whate'er was mine.
Fair eyes, and tempting looks (which yet I view!)
Long lov'd, ador'd ideas, all adieu!
Oh Grace serene! oh virtue heav'nly fair!
Divine oblivion of low-thoughted care!
Fresh blooming hope, gay daughter of the sky!
And faith, our early immortality!
Enter, each mild, each amicable guest;
Receive, and wrap me in eternal rest!
See in her cell sad Eloisa spread,
Propp'd on some tomb, a neighbour of the dead.
In each low wind methinks a spirit calls,
And more than echoes talk along the walls.
Here, as I watch'd the dying lamps around,
From yonder shrine I heard a hollow sound.
"Come, sister, come!" (it said, or seem'd to say)
"Thy place is here, sad sister, come away!
Once like thyself, I trembled, wept, and pray'd,
Love's victim then, though now a sainted maid:
But all is calm in this eternal sleep;
Here grief forgets to groan, and love to weep,

Ev'n superstition loses ev'ry fear:
For God, not man, absolves our frailties here."
I come, I come! prepare your roseate bow'rs,
Celestial palms, and ever-blooming flow'rs.
Thither, where sinners may have rest, I go,
Where flames refin'd in breasts seraphic glow:
Thou, Abelard! the last sad office pay,
And smooth my passage to the realms of day;
See my lips tremble, and my eye-balls roll,
Suck my last breath, and catch my flying soul!
Ah no — in sacred vestments may'st thou stand,
The hallow'd taper trembling in thy hand,
Present the cross before my lifted eye,
Teach me at once, and learn of me to die.
Ah then, thy once-lov'd Eloisa see!
It will be then no crime to gaze on me.
See from my cheek the transient roses fly!
See the last sparkle languish in my eye!
Till ev'ry motion, pulse, and breath be o'er;
And ev'n my Abelard be lov'd no more.
O Death all-eloquent! you only prove
What dust we dote on, when 'tis man we love.
Then too, when fate shall thy fair frame destroy,
(That cause of all my guilt, and all my joy)
In trance ecstatic may thy pangs be drown'd,
Bright clouds descend, and angels watch thee round,
From op'ning skies may streaming glories shine,
And saints embrace thee with a love like mine.
May one kind grave unite each hapless name,
And graft my love immortal on thy fame!
Then, ages hence, when all my woes are o'er,
When this rebellious heart shall beat no more;
If ever chance two wand'ring lovers brings
To Paraclete's white walls and silver springs,
O'er the pale marble shall they join their heads,
And drink the falling tears each other sheds;
Then sadly say, with mutual pity mov'd,
"Oh may we never love as these have lov'd!"
From the full choir when loud Hosannas rise,
And swell the pomp of dreadful sacrifice,
Amid that scene if some relenting eye
Glance on the stone where our cold relics lie,
Devotion's self shall steal a thought from Heav'n,
One human tear shall drop and be forgiv'n.
And sure, if fate some future bard shall join
In sad similitude of griefs to mine,
Condemn'd whole years in absence to deplore,
And image charms he must behold no more;
Such if there be, who loves so long, so well;
Let him our sad, our tender story tell;
The well-sung woes will soothe my pensive ghost;
He best can paint 'em, who shall feel 'em most.

--Published in 1717, Eloisa to Abelard is a poem by Alexander Pope(1688–1744)