Κυριακή, 31 Αυγούστου 2008

Sometimes we can choose the path we follow. Sometimes our choices are made for us. And sometimes we have no choice at all.

Chantal is having a relationship with a sentence
Just one of those things
A chance meeting that grew into something for both of them

Πεστε Στην Οξυτοκινη Ακομα Την Ψαχνω




που ειναι?





Πεστε Στην Οξυτοκινη Ακομα Την Ψαχνω



που ειναι?



Πεστε Στην Οξυτοκινη Ακομα Την Ψαχνω




που ειναι?




Πεστε Στην Οξυτοκινη Ακομα Την Ψαχνω



που ειναι?



Πεστε Στην Οξυτοκινη Ακομα Την Ψαχνω




που ειναι?



Πεστε Στην Οξυτοκινη Ακομα Την Ψαχνω



που ειναι?




Πεστε Στην Οξυτοκινη Ακομα Την Ψαχνω



που ειναι?



Πεστε Στην Οξυτοκινη Ακομα Την Ψαχνω
που ειναι?




Πεστε Στην Οξυτοκινη Ακομα Την Ψαχνω




που ειΣαι?



Που εισαι καλη μου Οξυτοκινη?




Που εισαι?


Που εισαι?




Θελω να ντυθω μαιναδα



Θελω να κατασπαραξω οσους δεν συμμεριζονται τη λατρεια σου




Γω σε λατρευω


Ποθω να σε γευτω μεχρι τα μυχια του εγκεφαλου μου



Καινουργιες νευρωνικες γεφυρες να υψωσεις
να ενωσεις τα κενα
να σβησεις τις οπες
. . . τις οποιες οπες . . .



"Σε χαζευω.. Σε χαζευω.. Σε χαζευω.."
Η φραση τυλιγεται σεμνο ρουχο γυρω μου να με ζεστανει
Γιατι η μοναξια της απουσιας ποναει
Ποναει πιο πολυ απο χιλιες βουκεντρες που σουβλιζουν τις σαρκες
Ποσο φτηνα πουλας τον εαυτο σου για ενα φιλι
Ποσο φτηνα δινεσαι σ' ενα ψεμα
Φτιαχνεις ολοκληρους πυργους πανω σε μια φραση
Και ο πυργος σκορπαει με το πρωτο κυμα
Οχι κανενα μεγαλο κυμα
Εναν μικρο παφλασμο της γαληνης
Και μενεις ολογυμνος με την αγωνια και τη διψα σου
Με χαζευες ενα απογευμα που χαθηκε στη ληθη σου
μα μενα η φραση σου χαρακωθηκε στο κορμι μου . . .
Ειμαι τρελη και παραλογη. .
Να 'ξερες μοναχα. .και να σε νοιαζε... εστω και λιγο . .




θελω να γεννησω τα παιδια της χαρας μου





Σε χρειαζομαι να ανοιξεις τις διοδους του σωματος μου


Χωρις εσενα η μητρα μου θα μενει κλειστο αυγο


Ο κολπος μου δυσβατο μονοματι



Κι οταν γεννηθουν τα κοριτσακια μου


Σε χρειαζομαι να ζουληξεις εκ των εσω τα στηθη μου



Να γαλακτορροω συνεχεια


Να μην αφηνω στιγμη νηστικα τα παιδια μου



Ποια μανα το κανει αυτο?


Πεστε Στην Οξυτοκινη Ακομα Την Ψαχνω



που ειΣαι?



Πεστε Στην Οξυτοκινη Ακομα Την Ψαχνω


Διχως εΣενα κανενα Παθος


Με εΣεΝΑ ΣΠΑΡΑΓΜΟΣ


Κανενας οργασμος
δεν θα οργωνει το κορμι μου


Μου κανω ερωτα


Νυχτες
Μερες

Απογευματα


ματαια


ματαια


ματαια




ΜΑΤΑΙΑ





Θελω την ιερεια της Αγαπης



Πες Στην Οξυτοκινη Ακομα Την Ψαχνω



Να μπει μεσα στο σωμα μου
αγρια
Χωρις να ρωτησει τιποτα
Να γδαρει τις ακρες απο το στρογγυλεμενο σωμα
Να το γεμισει γωνιες
Αιμα σε εντονο κοκκινο
Να εχει βεψει τα στηθη
Χειλια σκισμενα
Το κορμι σε συσπαση
Η πραξη του ερωτα βιαιη
Να μ' αγαπαει μα να με βιαζει
Να μ' αγαπαει μα να με ποθει με ολα τα παθη της σαρκας
Φουσκωμενη η ηβη
Και το στυγερο οργανο της πορθησης ανελεητο . .

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2008

La Dame à la Licorne

Στο μουσειο Musée National du Moyen Âge του Παρισιου το εντυπωσιακοτερο εκθεμα ειναι οι υπεροχες εξι ταπισερι, παραγγελια του Jean de Viste για το γαμο της κορης του.
Οι πεντε πρωτες απεικονιζουν τις πεντε αισθησεις.
ΓΕΥΣΗ

η κορη απλωνει το χερι στο δισκο που προτασσει η βοηθος της για να παρει εναν καρπο


ΟΣΦΡΗΣΗ
η κορη κραταει ενα περιδεραιο απο ανθη στα ντελικατα χερια της

ΑΚΟΗ
η κορη παιζει ενα μουσικο οργανο του Μεσαιωνα με την αρωγη της βοηθου της

ΑΦΗ
η κορη αγγιζει με χαρη το κερατο του Μονοκερου

ΟΡΑΣΗ

η κορη κρατα εναν καθρεφτη οπου μεσα του εικονιζεται το Ιερο Ζωο


Σ' ολες τις ταπισερι η Κορη, γονος πλουσιας οικογενειας αν κρινουμε απο τα πλουμιστα φορεματα της και τα στολιδια του λαιμου της, απο τα διαφορετικα, περιτεχνα χτενισματα και το οικοσημο στη σημαια, εχει συντροφια τον Ιερο Μονοκερο, ενα λιονταρι, τη βοηθο της και αλλα ζωα διασκορπισμενα στο γυρω περιβαλλον.

Ο Μονοκερος ως συμβολισμος των μεσαιωνικων χρονων, αποτελουσε Ιερο ζωο που το κερατο του ειχε ιαματικες ιδιοτητες.
Γιατρευε αρρωστιες, προσφερε την αθανασια και ηταν ακομα συμβολο ελευθεριας και ομορφιας.
Ατιθασος και αγριος μπορουσε μοναχα να εξημερωθει απο μια Παρθενο κοπελα.
Και στ' αληθεια το Ιερο Ζωο στις ταπισερι μοιαζει τελειως ηρεμο και πειθηνιο πλαι στην Κορη.
Ωστοσο, εκεινο που προκαλει το ενδιαφερον και εξαπτει τη διανοια ειναι η κεντρικη, εκτη ταπισερι.Απεικονιζει την Εκτη Αισθηση και η ερμηνεια της εχει γινει αντικειμενο πλειστων θεωριων και αναλυσεων.Σ' αυτην η Κορη εικονιζεται πιο απλη στην εμφανιση και φαινεται να δινει το κολιε της στη βοηθο, μενοντας γυμνη ετσι απο στολιδια.
Πισω της για πρωτη φορα υπαρχει μια γαλαζια σκηνη, οπου πανω ειναι γραμμενη η φραση: "A mon seul desir".... "H μονη μου επιθυμια"... παραδιπλα ειναι σχεδιασμενο το γραμμα "Y", που πολλοι ερμηνευσαν σαν τους δυο δρομους που καλουμαστε να διαλεξουμε στη ζωη μας. "Ο δρομος της Αρετης και της Κακιας", κατα την αρχαιοελληνικη μυθολογια. Εξαλλου δεν ειναι διολου τυχαιο που το γραμμα Y στα γαλλικα ονομαζεται: ι-γκρεκ (grecque).



Μηπως η εκτη αισθηση ειναι η ελευθερη βουληση? Η απαλλαγη απο τα δεσμα των υλικων αγαθων, απο τη σκλαβια που ο πλουτος επιβαλλει? Η Κορη παραδιδει το περιλαιμιο που την συντροφευει στις προηγουμενες ταπισερι, με την επιθυμια να ειναι απλα και μονο ο Εαυτος της.Δεσμιοι ολοι της Φυσης μας, αιχαμαλωτοι των αισθησεων και των ορμεφυτων μας, μοναχα εαν αρνηθουμε--εστω και για μια στιγμη--τα ενστικτα που εδραζουν στον πυρηνα της ανθρωπινης ψυχης μας θα καταφερουμε να ξεφυγουμε της θνητης ψυχης μας και να αγγιξουμε την θεωση.Θελουμε τοσα πολλα ολοι μας. Θελουμε υλικα και αυλα αγαθα. Θελουμε... Θελουμε.. Θελουμε...Αν ειχαμε ομως μια και μονη επιθυμια... Αν μας δινοταν ενα μαγικο λυχναρι να πραγματοποιησουμε Τη Μοναδικη μας Επιθυμια, αυτη που θα ικανοποιουσε ολες μας τις αισθησεις με τη μια...
Θα ηταν να βιωσουμε την Απολυτη Αισθηση του Απολυτα Αληθινου Εγω μας...

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2008

Анна Ахматова: σκορπιοι στιχοι

Today I have so much to do:
I must kill memory once and for all,
I must turn my soul to stone,
I must learn to live again—
Unless ... Summer's ardent rustling
Is like a festival outside my window.
 
Μεσα στο δωματιο μου περιδιαβαινει ενα εΡπεΤΟ. Ολογυμνο μεσα στην τελειοτητα του, ολο χαρη αργοσερνεται στο πατωμα σαν νωχελικη, πανωρια γυναικα που θελει να τη γευτεις με τη ματια σου.
Δεν στο στερει.
Ισα ισα που επιτηδευμενα δεσμευει καθε κινηση της.
Ηρεμη και εσωστρεφης . .
Μου μοιαζει τουτο το ερπετο.
Τα ζεστα βραδια καθεται ησυχο στο πλευρο μου καθως θα διαβαζω κατι ή θα γραφω ή θα μιλω. Δεν το κουναει απο διπλα μου. Απλα φωλιαζει και παρατηρει με τα σμαραγδενια ματια της. Κοιταζει, αλλα κατα βαθος δεν τη νοιαζει καθολου αν τωρα δα αυτη τη στιγμη ολα καουν στη φωτια. Τιποτα δεν τη νοιαζει. Ουτε γω τη νοιαζω.
Μεσα στο σκοταδι γνεφω και κλαψουριζω, μα δεν μου αποκρινεται κανεις. Σαν να μιλω στο κενο.
Μιλω στο κενο.
Ποσο διαφορετικα θα ητανε ολα αν δεν υπηρχαν αυτα τα ματια. Παντα πανω μου πεταλωμενα. Σαν κανω να ξεφυγω απ' το δρομο τους χτυπω και δακρυζουν . .
Οι νυχτες βαστουν σκαπετια και με ματωνουν. Δεν κοιμαμαι απο φοβο μην τυχει και ονειρευτω και καταληγω να ονειρευομαι ξυπνια.
Χερια και ποδια και ενα ηρεμο χαδι μεσα στα μαλλια . . Στα κυματα να υπηρχε το χερι που θα ξαλμυριζε την αλμυρα μου. Γλυκο νερο στο στομα του να μετουσιωνοταν η ορμη μου. Κι υστερα να φιλουσα τα χειλια του. Και ακομα πιο υστερα να τα δαγκωνα κι ετσι κατακοκκινα να αλμυριζαν ξανα.
Να υπηρχαν τα χερια του--εχω εμμονη με τα χερια τελικα--μεσα στην ανεμοζαλη των κυματων που δεν θα με βαστουσαν σε καμια γωνια. Πληγωμενη απο τα γδαρσιματα θα με εριχναν στη θαλασσα ή στην αμμο .
. .
Ты всё равно придёшь - зачем же не теперь?
Я жду тебя - мне очень трудно.
Я потушила свет и отворила дверь
Тебе, такой простой и чудной.
Прими для этого какой угодно вид,
Ворвись отравленным снарядом
Иль с гирькой подкрадись, как опытный бандит
Иль отрави тифозным чадом.
Иль сказочкой, придуманной тобой
И всем до тошноты знакомой,
Чтоб я увидела верх шапки голубой
И бледного от страха управдома.
Мне всё равно теперь. Клубится Енисей
Звезда полярная сияет.
И синий блеск возлюбленных очей
Последний ужас застилает.
. .
Ολα λειπουν ομως. Ολα μια ψευδαισθηση. Μια μαγικη στιγμη μου 'μεινε δωροκαρδι.
Ξημερωνει και ειμαι κουρασμενη.
Κουρασμενη απο ολα οσα δεν εχω ζησει ακομα. Λιωνω σαν κερακι ολο και πιο λεπτο . . .
Ωσπου μια μαυρη κορδελα αποσχιζεται λευτερη
κατω απο το δερμα του μπρατσου . .
 
Already madness, with its wing,
Covers a half of my heart, restless,
Gives me the flaming wine to drink
And draws into the vale of blackness.

Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2008

Sensation

Εχεις μπλεχτει σε καβγα?

Μεσα στις λασπες ζυμωνονται οι γροθιες απο λογια και λαβες . . . Και γινομαστε ενα στην παραζαλη απο τα χτυπηματα . . . Κατω απο τη μεση, πανω απο τη μεση, στο προσωπο, μεσα στα ματια, στα χειλη . . . Δεν εχει σημασια . . . Ουτε καν να πονεσεις τον αλλο δεν εχει σημασια οταν ολα παυουν να εχουν γραμμες και διαστασεις και σε πνιγει η θολουρα της καταστρεπτικης μανιας για μια δικαιοσυνη ολοδικη σου. Για μια Δίκη εντελως χαμενη στους διαδρομους του μυαλου σου. Ο Γιοζεφ Κ. ειναι ο Αλλος. Και ο Αλλος δεν εχει λογο. Καταδικαζεται και τιμωρειται . . .

Εχεις χαθει σε συναισθηματικα τοπια?

Δυο σωματα . . . Σε μια αλλου ειδους ζυμωση. Να καταστρεφεται το ενα επανω στο αλλο και πλεον δεν υπαρχει τιποτα περα αυτα τα λεπτα, αυτον τον ερωτα, αυτο το κορμι, αυτο φιλι και την ψυχη μου που αποκτα στομα υλικο να φιλησει, να γευτει . . .
Η αγαπη λενε κανει πολλα θαυματα, μα το μεγιστο ειναι η μετατροπη του αορατου σε ορατο . . .

Εχεις καταστρεψει κατι ομορφο?

Ηταν ενα κοριτσακι με μακρια ισια μαλλακια και γω το πληγωσα. Αφανισα την αθωοτητα του. Διεγραψα τα νιατα της. Δεν υπαρχει πια. Γεννηθηκε, πεθανε και ξαναγεννηθηκε πολυ μετα με μια μεγαλη παυση χρονων στο ενδιαμεσο. Η ενοχη μαστιγωνει τις πλατες μου. Δεν χωρανε αλλες μαστιγες στα πλευρα. Φτανει. Κρατω την εικονα των ματιων της . . Μοιαζουν με τα ματια μου . . Δεν ειναι τα ματια μου . .

Εχεις φανταστει πως ειναι η νεκρικη ακαμψια?

Η νεκρικη ακαμψια ειναι η μεταμορφωση μας σε πλαστικες κουκλες βιτρινας που μερα τη μερα ξεφλουδιζουν το υλικο τους . . . Ποσο φτωχες οι πραγματικες μας διαστασεις.
Ακαμπτοι και σκληροι.
Μονοι.
Τοσο μονοι.
Ουτε να προσποιηθουμε μια αγκαλια. .

Εχεις νιωσει μονος ενω εισαι με παρεα?

Τη μοναξια την ακους να σου μιλα μοναχα αναμεσα στο πληθος. Σαν εισαι ξαπλωμενος στο στρωμα σου το βραδυ ερχονται αλλες φιλεναδες της και σου μουρμουριζουνε στ' αυτι. Η τρελα, η παρανοια, η ανια, η αταραξια, ο πανικος, ο θανατος . . μα η μοναξια επιλεγει τις ωρες που χαμογελας με τ' αστειο καποιου για να σου σφυριξει το νανουρισμα της . . Και συ φωναζεις δυνατα να καλυψεις τη φωνη της. Οι υπολοιποι σου λενε: "Πιο σιγα". Δεν καταλαβαινουν. Δω συ καλα καλα δεν καταλαβαινεις. Δεν θελεις να καταλαβεις . .

Εχεις περιπλανηθει σαν εντομο μεσα στη νυχτα?
Εχεις τα ονειρα να χανεσαι. Εχεις το λοφισκο σου με την ησυχη νυχτα. Τα φωτα της πολης απο κατω μακρια. Ποσο μισεις αυτη την πολη. Ποσο απεχθανεσαι τα ονειρα που σου θυμιζουνε τα ξεχασμενα. Πιανεις ενα εντομο στη χουφτα και το συτριβεις απο φθονο. Που αυτο δεν εχει καμια υποχρεωση. Κανενα αγχος. Κανεναν να αφησει πισω. Απλα πεταει ελευθερο. Το χερι σου η τελευταια του σταση.
Και Γω δεν αισθανομαι καμια τυψη ή μικροτητα για την πραξη μου.
Εχεις νιωσει τη στερια μακρια σου?

Γεννηθηκα μακρια απο τη στερια. Κι οσο κι αν προσπαθησα να τη φτασω, οσο κι αν την ακρακουμπησα καποιες φορες . . . ποτε δεν τυλιχτηκα στ' αρωμα της. Δακρυα κι απελπισια γεμισαν την αποτυχια μου, μα εμαθα οτι μπορω να επιβιωσω και χωρις τη ζεστασια της στεριας. Εφτασα ισαμε δω. Να οριστε. Κι αν ειμαι τυχερη θα καταφερω να βαστιεμαι απο ενα ξεροκλαδο στην ακρη της ακτης να μην σερνοβολιεμαι μια δω μια κει κατα τα κεφια των κυματων . . .
Ως ποτε?
Κι αμα με παρασυρει η παλιρροια?

Εχει ραγισει η καρδια σου?
Δειξτε μου μια αραγιστη καρδια . . .
*****

Par les soirs bleus d'été, j'irai dans les sentiers,
Picoté par les blés, fouler l'herbe menue :
Rêveur, j'en sentirai la fraîcheur à mes pieds.
Je laisserai le vent baigner ma tête nue.
Je ne parlerai pas, je ne penserai rien :
Mais l'amour infini me montera dans l'âme,
Et j'irai loin, bien loin, comme un bohémien,
Par la Nature, -- heureux comme avec une femme.

Τα γαλαζια βραδια του καλοκαιριου, θα παω στα μονοπατια
Τσιμπιμενος από τα σταχυα, να πατησω το λεπτο χορταρι:
Ονειρευομενος, θα νιωσω τη δροσια του στα ποδια μου
Θα αφησω τον ανεμο να λουσει το γυμνο μου κεφαλι.

Δεν θα μιλω, δεν θα σκεφτομαι τιποτα:
Αλλα η αιωνια αγαπη θα κατασκηνωσει στην ψυχη μου
Και θα παω μακρια, πολύ μακρια, σαν τσιγγανος
Στη φυση,--ευτυχισμενος σαν να ‘μουνα με μια γυναικα.


--Arthur Rimbaud
March 1870