Κυριακή, 24 Αυγούστου 2008

Анна Ахматова: σκορπιοι στιχοι

Today I have so much to do:
I must kill memory once and for all,
I must turn my soul to stone,
I must learn to live again—
Unless ... Summer's ardent rustling
Is like a festival outside my window.
 
Μεσα στο δωματιο μου περιδιαβαινει ενα εΡπεΤΟ. Ολογυμνο μεσα στην τελειοτητα του, ολο χαρη αργοσερνεται στο πατωμα σαν νωχελικη, πανωρια γυναικα που θελει να τη γευτεις με τη ματια σου.
Δεν στο στερει.
Ισα ισα που επιτηδευμενα δεσμευει καθε κινηση της.
Ηρεμη και εσωστρεφης . .
Μου μοιαζει τουτο το ερπετο.
Τα ζεστα βραδια καθεται ησυχο στο πλευρο μου καθως θα διαβαζω κατι ή θα γραφω ή θα μιλω. Δεν το κουναει απο διπλα μου. Απλα φωλιαζει και παρατηρει με τα σμαραγδενια ματια της. Κοιταζει, αλλα κατα βαθος δεν τη νοιαζει καθολου αν τωρα δα αυτη τη στιγμη ολα καουν στη φωτια. Τιποτα δεν τη νοιαζει. Ουτε γω τη νοιαζω.
Μεσα στο σκοταδι γνεφω και κλαψουριζω, μα δεν μου αποκρινεται κανεις. Σαν να μιλω στο κενο.
Μιλω στο κενο.
Ποσο διαφορετικα θα ητανε ολα αν δεν υπηρχαν αυτα τα ματια. Παντα πανω μου πεταλωμενα. Σαν κανω να ξεφυγω απ' το δρομο τους χτυπω και δακρυζουν . .
Οι νυχτες βαστουν σκαπετια και με ματωνουν. Δεν κοιμαμαι απο φοβο μην τυχει και ονειρευτω και καταληγω να ονειρευομαι ξυπνια.
Χερια και ποδια και ενα ηρεμο χαδι μεσα στα μαλλια . . Στα κυματα να υπηρχε το χερι που θα ξαλμυριζε την αλμυρα μου. Γλυκο νερο στο στομα του να μετουσιωνοταν η ορμη μου. Κι υστερα να φιλουσα τα χειλια του. Και ακομα πιο υστερα να τα δαγκωνα κι ετσι κατακοκκινα να αλμυριζαν ξανα.
Να υπηρχαν τα χερια του--εχω εμμονη με τα χερια τελικα--μεσα στην ανεμοζαλη των κυματων που δεν θα με βαστουσαν σε καμια γωνια. Πληγωμενη απο τα γδαρσιματα θα με εριχναν στη θαλασσα ή στην αμμο .
. .
Ты всё равно придёшь - зачем же не теперь?
Я жду тебя - мне очень трудно.
Я потушила свет и отворила дверь
Тебе, такой простой и чудной.
Прими для этого какой угодно вид,
Ворвись отравленным снарядом
Иль с гирькой подкрадись, как опытный бандит
Иль отрави тифозным чадом.
Иль сказочкой, придуманной тобой
И всем до тошноты знакомой,
Чтоб я увидела верх шапки голубой
И бледного от страха управдома.
Мне всё равно теперь. Клубится Енисей
Звезда полярная сияет.
И синий блеск возлюбленных очей
Последний ужас застилает.
. .
Ολα λειπουν ομως. Ολα μια ψευδαισθηση. Μια μαγικη στιγμη μου 'μεινε δωροκαρδι.
Ξημερωνει και ειμαι κουρασμενη.
Κουρασμενη απο ολα οσα δεν εχω ζησει ακομα. Λιωνω σαν κερακι ολο και πιο λεπτο . . .
Ωσπου μια μαυρη κορδελα αποσχιζεται λευτερη
κατω απο το δερμα του μπρατσου . .
 
Already madness, with its wing,
Covers a half of my heart, restless,
Gives me the flaming wine to drink
And draws into the vale of blackness.