Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα greek literature. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα greek literature. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

so much confusion

Θά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη, μὰ δὲ
βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία ἢ γιὰ νὰ
ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ νὰ βρεῖ τουλάχιστο
τὸν ἔρωτα, μὰ δὲν βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνὰ πὼς ἡ ζωή μας εἶναι τόσο μικρὴ
ποὺ δὲν ἀξίζει κἂν νὰ τὴν ἀρχίσει κανείς.

Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα θὰ πάω στὸ Μοντεβίδεο ἴσως καὶ
στὴ Σαγκάη, εἶναι κάτι κι αὐτὸ δὲ μπορεῖς
νὰ τὸ ἀμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε -θυμήσου- ἀτέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ἕνα βράδυ
-ξεχνῶ πάνω σὲ τί- κι εἶναι κρῖμα γιατὶ ἦταν τόσο
μα τόσο ἐνδιαφέρον.
Μιὰ μέρα, ἂς ἤτανε, νὰ φύγω μακριά σου ἀλλὰ κι
ἐκεῖ θά ῾ρθεις καὶ θὰ μὲ ζητήσεις

 

Δὲ μπορεῖ, Θέ μου, νὰ φύγει κανεὶς μοναχός του. 

Μανόλης Αναγνωστάκης

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

εκτος Τοπου και Χρονου

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ 
 
Μ.Ν. Περπατώ μες στ' αγκάθια μες στα σκοτεινά
          σ' αυτά που 'ναι να γίνουν και στ' αλλοτινά
         κι έχω για μόνο μου όπλο μόνη μου άμυνα
         τα νύχια μου τα μωβ σαν τα κυκλάμινα.

  Α.   Παντού την είδα. Να κρατάει ένα ποτήρι και να κοιτάζει στο
         κενό. Ν' ακούει δίσκους ξαπλωμένη χάμου. Να περπατάει στο
         δρόμο με φαρδιά παντελόνια και μια παλιά γκαμπαρντίνα.
         Μπρος από τις βιτρίνες των παιδιών. Πιο θλιμμένη τότε. Και
     
    στις δισκοθήκες, πιο νευρική, να τρώει τα νύχια της. Καπνίζει
         αμέτρητα τσιγάρα. Είναι χλωμή κι ωραία. Μ' αν της μιλάς
         ούτε που ακούει καθόλου. Σαν να γίνεται κάτι άλλου - που
         μόνο αυτή τ' ακούει, και τρομάζει. Κρατάει το χέρι σου σφι-
         χτά, δακρύζει, αλλά δεν είναι εκεί. Δεν την έπιασα ποτέ και
         δεν της πήρα τίποτα.

Μ.Ν. Τίποτα δεν κατάλαβε. Όλη την ώρα μου 'λεγε «θυμάσαι;» Τι
          να θυμηθώ. Μονάχα τα όνειρα θυμάμαι γιατί τα βλέπω νύχτα.
          Όμως τη μέρα αισθάνομαι άσχημα - πως να το πω: απροε-
          τοίμαστη. Βρέθηκα μέσα στη ζωή τόσο άξαφνα - κει που δεν
          το περίμενα καθόλου. Έλεγα «μπα θα συνηθίσω». Κι όλα γύ-
          ρω μου έτρεχαν. Πράγματα κι άνθρωποι έτρεχαν, έτρεχαν -
          ώσπου βάλθηκα κι εγώ να τρέχω σαν τρελή.
Αλλά, φαίνεται, το
          παράκανα. Επειδή -δεν ξέρω- κάτι παράξενο έγινε στο τέ-
          λος. Πρώτα έβλεπα τον νεκρό κι ύστερα γινόταν ο φόνος.
          Πρώτα ερχόταν το αίμα κι ύστερα ο χτύπος κι η κραυγή. Και
          τώρα όταν ακούω να βρέχει δεν ξέρω τι με περιμένει...


Σάββατο 13 Αυγούστου 2011

...

Τελος, για να μην τα πολυλογω, αφου εζησα ολο το μαρτυριο της ελπιδας, εφτασα στο πιο απανθρωπο εγκλημα: να πιστεψω στους ανθρωπους.

Τοτε λοιπον, γιατι απαγορευεται σ'εναν επαναστατη να αυτοκτονησει?

Τ. Λειβαδιτης

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

Λενος Χρηστιδης--Τα χαστουκοψαρα

"...Κλείνω. Μάτια.Ανοίγω. Μυαλό.Τελειώνεις το σχολείο, λες να ησυχάσεις απ΄όλους αυτούς που σου κάθονται στο σβέρκο και σου λένε τι να πιστεύεις, τι να γνωρίζεις, τι να σκέφτεσαι, τι να μαθαίνεις και πώς να το μαθαίνεις. Ξυπνάς το πρωί, πας στη δουλειά κι είναι διάφοροι τύποι που σου λένε τι να κάνεις, πώς να φέρεσαι, πώς να ντύνεσαι, πώς να είσαι, για να βγάλουν εξαιρτίας σου-και με την ανοχή σου-περισσότερα λεφτά, είναι τ΄Αφεντικά. Γυρίζεις στο σπίτι, φωνάζουν οι γονείς, βοίζουν τ΄αυτιά σου, σου λένε θα πεθάνουν, εσύ θα τους πεθάνεις, αν δε μάθεις να φέρεσαι, να ντύνεσαι, να σκέφτεσαι, να είσαι όπως θέλουν Αυτοί. Πας στους φίλους σου, μία απ΄τα ίδια, όλο τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια, τρέχουμε και δε φτάνουμε, όλοι μαζί, γύρω γύρω όλοι και στη μέση εμείς. Πας στα μπαρ, βαριέσαι που ζεις, δυνατή μουσική, την αγνοείς, δεν έχει στίχους, δεν έχει κέφι, δεν έχει διέξοδο, σου λέει να χορεύεις, μόνο να χορεύεις, να κάθεσαι σαν μαλάκας χωρίς να μιλάς, μόνο να χορεύεις και να κοιτάς, να κοιτάς, να κοιτάς, να κοιτάς, τις γκόμενες, χαμένες τελείως, κοιτάνε σαν χαζές, τι φταίνε κι αυτές ? το παίζουνε κάτι που δεν θα γίνουν ποτέ, πώς θα γίνει να βρεις μια γυναίκα που να μην κοιτάει σαν χαζή? ο έρωτας τι είναι ? είναι να φέρεσαι σαν χαζός, όχι να είσαι. Χαμόγελα ψεύτικα, ματιές από μακριά, μπούτια, βυζιά, χείλια υγρά, όλο υποσχέσεις, μηδέν προοπτικές, μηδέν ηθικό, για να πλησιάσεις στα δέκα μέτρα θες μια ντουζίνα προφυλακτικά. Πας σπίτι, ανάβεις τηλεόραση, διάφοροι απίστευτοι μαλάκες σου πετάν την άποψή τους, σου λένε τι να κάνεις, πώς να γελάς, πώς να περνάς, πώς να γαμάς, κάτι τενεκέδες, αν είναι δυνατόν, είναι σαν ψεύτικοι, σαν εφιάλτης, είναι γύρω μας, μπροστά μας, πίσω μας, μέσα μας, κάτω μας, τους πατάμε. Έι, εσύ, κολλητέ, με το ωραίο κοστούμι και το αφασία στυλ, καλά, είσαι κι ο πρώτος, γαμώ τα άτομα, πώρωση, πάουερ, γουάου, όλο ρωτάς, όλο ρωτάς, να ρωτήσω κι εγώ μια στιγμή ? Πόσο κάνεις ? Ο αδερφός σου δουλεύει στην τράπεζα, έχει γκόμενα, θα παντρετούνε, θα κάνουν παιδιά, θα κάνουν σκυλιά, θα κάνουν βίντεο,και σπίτι, και κινητά, και αυτοκίνητα, να κάνουν, να κάνουν, να κάνουν, ό,τι θέλουν, ν ακάνουν και άκρη να περάσω, δεν μπορώ εδώ, πνίγομαι, και πού να πας που να μην είναι έτσι, αφού παντού είναι έτσι : αφεντικά, αντιβηχικά, μπάτσοι, δάσκαλοι, γονείς, τηλεόραση, μαλάκες με μικρόφωνα, "Τι έχετε να δηλώσετε?", "Δηλώσε μας κάτι?", "Κάντε μας μια δήλωση", "Τι θα μας δηλώσετε?", έχω να δηλώσω ότι σας βαρέθηκα, δεν πάει άλλο, από δω κι μπρος θα ΄χετε να κάνετε μαζί μου, προσέχτε, μιλάω σοβαρά, θα κάνω ντου και θα ψάχνεστε κι άντε μετάνα τρέχουν οι μπάτσοι να με βρούν, μες στη δυστυχία τους κι αυτοί, μηδέν προοπτική, μηδέν ηθικό,μολότοφ στη μάπα τους, τις πετάνε πίσω, τι να κάνουν δηλαδή? όλοι μια παρέα είμαστε. Και να πέθαινε αύριο κανα δυο δισεκατομμύρια κόσμος, μπορεί και να μη μ΄ένοιζε, μπορεί και να μ΄ένοιαζε, δεν ξέρω, πάντως αν πέθαινα εγώ δε θα ένοιαζε κανέναν, εδώ που τα λέμε έχω πεθάνει, οπότε τι έχω να χάσω ? Τα μπαρ τα συνοικιακά με τα ποτά από αργό πετρέλαιο και τους ηλίθιους στην πόρτα ? "Πρέπει να συνοδεύεστε", τι λε΄,ρε ? εγώ είμαι μόνος μου, δε θέλω συνοδείες, δε θέλω κηδείες, δε θέλω αηδίες, θέλω μόνο να είσαι κάπου και να ξέρω ότι μ΄αγαπάς, αγαπάς, αγαπάς, αγαπάς, απίστευτη λέξη και μάλιστα χωρίς προφυλάξεις, όμως είσαι εκεί? υπάρχεις? αν είσαι, θα σε βρω, εκατό τα εκατό, χίλια τα εκατό, και θα΄μαστε μαζί και θα περνάμε καλά και λοιπά και λοιπά και λοιπά και λοιπά.Και μετά ξύπνησα, μέσα στον ύπνο μου.Δεν υπάρχουν όνειρα. Μόνο ξύλο στα γήπεδα και στους δρόμους και στο σπίτι, και στο σχολείο, στη δουλειά, ξύλο παντού, μέχρι να καταλάβουν όλοι αυτοί με τα κολάρα ότι δεν κάνουμε δηλώσεις, δεν κάνουμε εκπτώσεις, ούτε παραχωρήσεις, μπορούμε να είμαστε πολύ σκληροί και θα είμαστε, δηλάδή δεν ξέρω άλλους, μόνος μου είμαι, θα βρω όμως, δε θα βρω? θα βρω και θα δείτε, μέχρι τότε κοιμηθείτε ήσυχοι, εγώ θα σας σκεπάζω τα βράδια μη μου κρυώσετε και πάθετε τίποτα και εξαφανιστείτε σαν τους δεινοσαύρους από μόνοι σας. Κρατάτε γερά. Πρέπει να προλάβω να σας εξαφανίσω προτού εξαφανιστώ εγώ."

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2008

Συναντωντας εναν Εαυτο μου σε καποιο βιβλιο

Σεληνη

η πριγκιπισσα της νυχτας

ξεχασιαρα, υπναρου και ευθραυστη σα νουφαρο

Και χλωμη σαν τραγουδακι με σκετο πιανο . . .

--Το κουβαρι των Αλλοκοτων πραγματων, Μυρτω Κοντοβα