Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα myliterature. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα myliterature. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

When there is no room in HELL the dead will walk the EARTH

(Dawn of the dead---George A. Romero)

Φανταστειτε μια μερα που η Κολαση θα γεμισει τοσο πολυ που οι νεκροι θα σηκωνονται απο τους ταφους τους εξαγριωμενοι... Αναπαυθηκαν εν ειρηνη, η δεινα θρησκεια ή το Κακο που επραξαν εν ζωη τους κατεταξαν αυτοματα στα Ταρταρα... Πηραν τα μπογαλακια τους, περασαν τον προθαλαμο, καρφια τους εχωσαν στη σαρκα, με πυρωμενο σιδερο μαρκαραν τους ωμους τους αδιαφορωντας για τις κραυγες πονου τους κι επειτα... "Ειμαστε πληρεις. Παρακαλω μην περασετε αργοτερα".
Τρεξαν τοτε οι αλλοφρονες, κατατρομαγμενοι νεκροι στις Πυλες του Παραδεισου. Δεν ειχαν αλλου να πανε. Πιανονται απο τα καγγελα. Φωναζουν. Ξελαρυγγιαζονται. Τα αιματα των πληγων τους βαφουν κοκκινο το μονοπατι ισαμε εκει. "Τι θελετε?", ρωταει ενας νυσταγμενος Πετρος κατευθυνομενος νωχελικα προς το μερος τους. "Αφηστε μας να μπουμε. Τοσα δισεκατομμυρια χρονια η Κολαση εχει γεμισει. Εσεις δεν μπορει... θα εχετε χωρο εδω. Οι εναρετοι ειναι παντοτε λιγοτεροι. Στα χρονια του Νωε ηταν μοναχα μια οικογενεια". "Η αληθεια ειναι πως περιμενα αιωνες καποιον να εμφανιστει στην πορτα του Παραδεισου. Προσευχομουν κι ηλπιζα για το ανθρωπινο ειδος. Οι εγκαταστασεις μας ητανε ετοιμες απο την εποχη της Εδεμ... Και περιμενα και περιμενα, αλλα ματαια. Ερημωσε ο τοπος. Οι εγκαταστασεις παραπεουν και γω εχω ξεχασει απο χρονια που αφησα τα κλειδια". "Μα δεν μπορει να ηταν ολοι τοσο κακοι!!", εξαγριωνεται μια γυναικα που η αμαρτια της ηταν οτι ειχε επιθυμησει τον αντρα της αδερφης της. "Κι ομως...". "Εγω τι κακο εκανα?", διαμαρτυρεται ενας αντρας κοντα στα πενηντα. "Χμμ... σ' αρεσουν τα αγορακια λεει εδω". "Ναι, αλλα ποτε δεν εκανα τιποτα με κανενα. Αντιθετα προσπαθησα να συμμορφωθω με τις επιταγες του φιλευσπλαγχνου Θεου. Παντρευτηκα κι αποκτησα και δυο κορες". "Αρα ελεγες ψεματα στη γυναικα σου". Οι στιχομυθιες συνεχιστηκαν ετσι... Μερικοι πορωμενοι αμαρτωλοι του αντιγυρισαν: "Νομιζεις μας αρεσει ο γλυκαναλατος Παραδεισος?? Πως και πως περιμεναμε να πεθανουμε για να βιαζουμε, να χτυπαμε, να καιγομαστε, να σκοτωνουμε εσαει". Τελικα ο Πετρος τους λεει: "Λυπαμαι, αλλα οι οδηγιες του Πατερα ηταν σαφεις. Δεν μπορω να κανω τιποτα. Και παρακαλω φευγοντας σκουπιστε το αιμα απο τα σκαλια".
Τι αλλο μπορουσαν να κανουν οι νεκροι? Θυμωμενοι γυρισαν στους ταφους τους. Σηκωθηκαν. Σαρκινα κουρελια βγηκαν απο τα νεκροταφεια με αγριες διαθεσεις! Κι αφου πλεον μητε η Κολαση, μητε ο Παραδεισος τους δεχονταν κι αφου ο θανατος ηταν οτι χειροτερο τους ειχε συμβει... ηταν πλεον ελευθεροι να πραξουν καθε σκοτεινο ενστικτο.
Η γυναικα πηγε στο σπιτι της αδερφης της και τη σκοτωσε. Υστερα για πρωτη φορα εκανε ερωτα στον αντρα με τον οποιο ηταν κρυφα ερωτευμενη.
Ο πενηνταρης μπλεχτηκε σε ομοφυλοφιλικα συμπλεγματα με δεκαχρονα παιδια μια και δυο και τρεις κι οσες φορες του εκανε κεφι.
Βιαστες βιαζαν.
Δολοφονοι σκοτωναν.

Κι αναρωτιεται κανεις αν αυτη η μερα ειναι σημερα. Ρωταει τη συλλογη του μηπως συναντησε καναν νεκρο και δεν το καταλαβε απο τα αρωματα που σκιαζανε την μυρωδια ή απο τα φτιασιδια που χτιζανε την σηπτικη χροια.

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009

Death: The High Cost oF Living


2.
Η πανεπιστημιακή έδρα της Ιατροδικαστικής είναι χωμένη με τις έδρες της Παθολογοανατομίας και της Φυσικής σαν σιαμαία τρίδυμα. Μόνο που ενώ οι δυο άλλες έδρες έχουν μια μεγάλη είσοδο από τα μπροστά που βλέπει σε κάτι άθλια, γέρικα δεντράκια, η είσοδος της Ιατροδικαστικής είναι στο πλάι, ίσα ίσα χωράει να περνάει ένας ένας τη φορά σαν θυσία στις Θερμοπύλες. Ο τελευταίος σταθμός ανάμεσα στους ζωντανούς για τους πολυπληθείς «ασθενείς» της συγκεκριμένης ειδικότητας, λίγο πριν τον χλοερό τόπο. Ακριβώς μπροστά έχει μια χοντρή, κλιμακωτή, τσιμεντένια σκάλα που βγάζει πάνω στις άλλες προκλινικές έδρες της σχολής. Τις περισσότερες φορές ανάμεσα στην είσοδο και τη δεξιά πλευρά της σκάλας είναι παρκαρισμένα φορτηγά από γραφεία τελετών ή οχήματα του στρατού ή της αστυνομίας. Όταν είχαμε ρωτήσει τον συφιλιδικό καθηγητή μας αν υπάρχει τρόπος να μπαίνουμε από την τοίχο-τοίχο ευγενέστερη έδρα της Παθολογοανατομίας, μας είπε με εκείνο το Jabba-the-Hutt χαμόγελο, παλιά υπήρχε πέρασμα, αλλά τελικά το κλείσανε (κάτι αντιδικίες για το ποια ειδικότητα είναι πιο άχρηστη) και πλέον τα δείγματα τα πήγαινε κάποιος στην Παθάν απ’ έξω. Βαρετές ιστορίες βαρετών πανεπιστημιακών.
Με τη Μαρτίνα πάμε να βρούμε την ευγενική γραμματέα του Αργυρίου. Συνομωτικα μας εξηγεί πως θα μας μετρήσει την παρουσία πίσω από την πλάτη του και να πάμε κάτω τώρα. Φοράμε τις τσαλακωμένες ποδιές μας βιαστικά μη μας δει κανείς. Αφήνουμε τα πράγματα και κατεβαίνουμε. Από το χολ βρομοκοπάει η σήψη. «Νεκροί αποκαλυπτόμαστε στις πραγματικές μας διαστάσεις κι αυτές είναι απελπιστικά σεμνές», κάποιος το ‘χε πει αυτό και το είχα σημειώσει στο ημερολόγιο μου. Δεν είναι ακριβώς άσχημη η μυρωδιά. Όταν με πιάνει χεράκι χεράκι η κατάθλιψη να παίξουμε αμελώντας να κάνω μπάνιο καμιά φορά για εφτά μέρες, μυρίζω πολύ χειρότερα. Είναι απλώς η ενοχλητική οσμή της αποθανούσης σάρκας. Μπορεί εγώ να το βλέπω έτσι γιατί για μένα η οσμή του σώματος είναι ουσιώδους σημασίας. Αν δεν μυρίσω κάτι δεν το ενσωματώνω μέσα μου, στη μνήμη μου. Πολλές φορές φέρνω τα στυλό στη μύτη με αποτέλεσμα να με κοροϊδεύουν οι φίλοι. Άλλες φορές σέρνω τα ρουθούνια πάνω στο χέρι μου. Ο καθένας μας έχει μια εντελώς προσωπική οσμή. Στο θάνατο όμως όλοι αναδύουν ταυτόσημη μπόχα.
Σύμφωνα με το απαρχαιωμένο βιβλίο μας η σήψη ξεκινά με μια πράσινη κηλίδα στο δεξιό λαγόνιο βόθρο, περίπου εκεί που είναι η δεξιά ωοθήκη. Η λέξη «βόθρος» δεν βοηθά και πολύ στην λείανση των πραγμάτων. Η Στελλίνα μου τηλεφωνεί κάθε μέρα ότι δεν μπορεί να τη διαβάσει αυτή τη μαλακια. Εικόνες ανθρωποκτονιών-–ένας πατέρας ψυχικά άρρωστος που σκότωσε το αγοράκι του--, αυτοκτονιών-–μια υπέρβαρη να έχει καταμαχαιρωθεί στο λαιμό--, ασφυξιοφιλικων, εικόνες ατόμων που πέθαναν από πυροβόλα όπλα. Έχει, λέει, καλύψει όλες τις εικόνες, μερικές τις έχει σκίσει κιόλας, μέχρι και στη μαμά της έδειξε το περιεχόμενο του βιβλίου για να τη σοκάρει, έτσι ηρεμεί, μου είπε. Βλέποντας κάποιον άλλο πιο φρικαρισμένο από εκείνη παίρνει πάλι τον έλεγχο.
Προσωπικά της πρότεινα να δει το όλο ζήτημα πιο ντεντεκτεβίστικα. Οι πολλές ταινίες μου έχουν διαταράξει το μυαλό το μυαλό, λέει. Δεν αντιλέγω. Όλες οι αστυνομικές σειρές, με φορένσικς, με ιατροδικαστές και ανθρωπολόγους με συναρπάζουν. Δεν έχω αφήσει καμιά. Μέχρι που σκεφτόμουνα να ακολουθήσω τον συγκεκριμένο κλάδο. Μετά όμως την πρώτη επίσκεψη στο νεκροτομείο άλλαξα γνώμη. Στην οθόνη όλα είναι καθαρά, δεν μυρίζει τίποτα, τα εργαστήρια υπερσύγχρονα με ειδικούς εξαερισμούς, βοηθούς, τελέυταίας τεχνολογίας εργαλεία και επιπρόσθετα δείχνουν υψηλής δημοτικότητας υποθέσεις όπου η περιέργεια εύρεσης του δολοφόνου υπερνικά την αηδία γι αυτό που κάνεις. Εδώ πέρα, με μαρμαρένια τραπέζια, το βρώμικο δάπεδο και με μόνο εξαερισμο τα παράθυρα ψηλά στο δωμάτιο νιώθεις λιγότερο γιατρός και περισσότερο χασάπης.
Όπως και να ‘χε τουλάχιστον αυτή τη φορά θα μας έδειχνε την νεκροτομή ένας νεαρός, μελαχρινός ειδικευόμενος με όρεξη να μας μάθει και κάτι. Μη στεκόμαστε σαν κούτσουρα δίπλα του. Τις προηγούμενες φορές καθόμουνα παράμερα αρνούμενη να κοιτάξω κατάματα ένα γεγονός που δεν αποδέχομαι ότι υπάρχει. Αυτή τη φορά ωστόσο με μόνο εμένα και τη Μαρτίνα από φοιτητές και το νεαρό γιατρό να μας εξηγεί το κάθε τι που έκανε είπα να συμμετέχω πιο ενεργά. Ας έδινα άλλη μια ευκαιρία μήπως μου άρεσε κατά βάθος ακόμα η συγκεκριμένη ειδικότητα.
Η πρώτη έκπληξη ήρθε με την ηλικία του «ασθενούς». Πρέπει να ήτανε εικοσιπέντε με εικοσιοχτώ... Είκοσι-έξι μας είπε μετά ο ειδικευόμενος. Τον βρήκανε μέσα στο Θερμαϊκό κάτι παιδιά γυμνασίου που είχανε πάει εκδρομή το πρωί. Ήταν περίεργο να κάθομαι να τον κοιτάζω. Έμοιαζε με κούκλα από καουτσούκ. Τόσο ακίνητος. Τόσο ψεύτικος. Μου φαίνεται εξωφρενικό να υπάρχουν κάποιοι που τον θεωρούσαν κάποτε αληθινό. Χτες μπορεί ο ίδιος Τζον Ντο να έπινε καφέ με φίλους στο Πάστα Φλώρα. Τους χαιρέτησε. Έκανε μια μοναχική βόλτα στην παραλία και ιδού τα αποτελέσματα. Είναι αρκετά πιο ψηλός από τον μέσο Έλληνα. Με πυκνά, σγουρά μαλλιά και κοντοψαλιδισμένα γένια.
Βλέπω το νυστέρι που σιγά σιγά σκάβει την κεντρική λεωφόρο του κορμού του. Ύστερα ανοίγουν το θώρακα σαν μπουμπουκιασμένο τριαντάφυλλο. Πάω πιο κοντά, αλλά δεν είναι τίποτα εκεί. Όλα λείπουνε. Η καρδιά, τα πνευμόνια, το συκώτι, το έντερο... Ένα κούφιο, άθικτο πτώμα. Κάποτε είχα διαβάσει σε μια ιστοσελίδα ότι η αποσύνθεση ξεκινάει από μικροοργανισμούς που παρασιτούν φυσιολογικά μέσα μας και συγκεκριμένα στο έντερο μας. Αμέσως μετά το θάνατο, τα καλοήθη αυτά μικρόβια ξεκινούν να κατατρώνε τον φιλόξενο ξενιστή τους, αγνώμονα για όσα τους προσέφερε επί χρόνια. Λιώνουμε κάτω από το βάρος της αγάπης μας λοιπόν. Κοιτώντας τον άγνωστο νεαρό αναρωτιέμαι αν έμεινε τόσες μέρες στο νερό που οι αιματολάφτες του τον αδειάσανε από κάθε απόδειξη ζωης. Θέλω να τον αγγίξω. Να αφήσω το χέρι μου να χαθεί στο εκμαγείο του σώματος του. Μακάρι να μπορούσα να του δώσω κάτι δικό μου. Μια μικρή ποσότητα πνοούσας σάρκας πριν τον πετάξουν στο λάκκο. Είναι τόσο άδικο...


Ενα μικρο αποσπασμα απο το Σπιραλ. Περασαν κιολας τρια χρονια που το εγραψα και μερικες κουβεντες με τη Μελια πριν απο λιγο μου το θυμησαν. Θα 'θελα να γραψω τοσα πολλα μα το μυαλο μου εχει μουδιασει. Αναμνησεις, επιθυμιες, ενας θυμος ατελειωτος για την υπενθυμιση του οτι ολα ειναι βιαστικα πεπερασμενα. Κι υστερα η υστερικη σπιθα για το ψευτικο παραμυθι που η πριγκιπισσα θα κοιμηθει χιλια χρονια μεχρι το βασιλοπουλο να της δωσει το πολυποθητο φιλι στα χειλη. Και θα ειναι σαν να μην περασε μια μερα απο τα δεκατα ογδοα γενεθλια της...

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2008

Παραμυθι: Το Ασχημοπαπο

Στον αληθινο κοσμο των αδελφων Grimm τα παραμυθια δεν τελειωναν με το ηθικο διδαγμα του Αισωπου. Βεβαια και κει στο τελος το Καλο δικαιωνοταν, επιβραβευοταν και το Κακο τιμωρουνταν παραδειγματικα. Αν το παιξουμε λιγο πιο τολμηροι απο τους ανεραστους Jacob και Wilhelm παραφραζοντας το κλασσικο εικονογραφημενο "Το ασχημοπαπο"... η ιστορια θα μπορουσε να παει καπως ετσι:


Μια φορα κι εναν καιρο ηταν μια μαμα Παπια και ειχε πεντα παπακια. Τα τεσσερα ομορφα, ζουμπουρλουδικα, με μεταξενια φτερα και γλυκεια φατσουλα. Το πεμπτο αντιθετα με τα γριζα, ταλαιπωρα φτερακια του και το κατσουφικο βλεμμα δεν εμοιαζε σε τιποτα την ομορφια των αδερφων του. Στο σχολειο ολα τα αλλα παπακια το κοροιδευαν. Το ελεγαν "χοντρο" και "ασολουπωτο". Εκεινο το δυστυχο διαβαζε πολυ με μοναδικο φαρο ελπιδας τη σκεψη: "θα σας δειξω εγω... μια μερα θα φτασω πολυ ψηλα και σεις θα ειστε κομμωτριες και γκαραζιερηδες... Και θα χω φτιαξει μια αξιοζηλευτη οικογενεια...Και ολοι θα θελουν να ειναι εγω". Ετσι την περνουσε το ασχημοπαπο. Μελετωντας, λυνοντας ασκησεις, αναζητωντας σε καθε αξιολογο, μεγαλυτερο αντρα εναν πατερα που οχι απλως θα το αγαπουσε οπως ενας πατερας οφειλει να αγαπαει το παιδι του, αλλα να το ερωτευτει, να το θαυμασει, να το λατρεψει οπως ενας πατερας μονο μπορει να λατρεψει μια κορη. Τις φορες που ο πονος το πνιγε πηγαινε στην βιβλιοθηκη της Παπιουπολης. Αναμεσα στις φανταστικες σελιδες ξεχνιοταν. Μεταμφιεζοταν σε μια αιθερια πορνη, σε μια στοργικη μητερα, σ' εναν βαναυσο αδερφο, σ' ενα παιδι καταδικασμενο να πεθανει απο φυματιωση στις αρχες του εικοστου αιωνα καπου στη Ρωσια. Δεν ηταν πλεον το ασχημοπαπο που ολοι περιγελουσαν. Ηταν ηρωας της φαντασιας θνητων θεων. Μετα βυθιστηκε σε ταινιες, σε τραγουδια, σε σκιτσα απλα αφηνοντας το χρονο να κυλισει. Προσπαθησε να αποτιναξει το αισθημα μειονεξιας. Προσπαθησε να κανει τη μαμα και τα δερφια του περηφανα. Κοιταζοταν καθε πρωι στον καθρεφτη."Θα γινω κυκνος... Θα γινω κυκνος... Υπομονη".Τα χρονια ηρθαν κι εφυγαν. Ωσπου το ασχημοπαπο συνειδητοποιησε πως απλως τα γκριζα φτερακια του μεγαλωσαν σε στεγνα, μεγαλα, γκριζα φτερα, η μουσουδα του δεν αλλαξε το κατσουφιασμενο της σχημα, κανενας ερωτας και κανενας πολεμος δεν ηρθε. Καμια επιτυχια τοσο μεγαλη που να φτασουν οι παλιοι κατηγοροι του να το θαυμαζουν. Το Ασχημοπαπο μας παρεμεινε ενα Ενηλικο Ασχημοπαπο παρολες τις προβλεψεις για κατι μεγαλο ή καλυτερο. Στα ματια του καθρεφτη του το γκρι και η θλιψη δεν εφυγαν ποτε.


--i wear my blues lately. . . Θελω επιτελους να τελειωνω, να φυγω, να κανω αυτα που στ' αληθεια ονειρευτηκα για μενα σαν ημουνα παιδι, θελω την αγαπη που θα μ' αγκαλιασει χωρις αρχη και τελος... Αχ. . . Θελω τοσα πολλα... Και δεν εχω υπομονη... Οχι, δεν εχω. .