Τετάρτη 11 Απριλίου 2012
Παρασκευή 6 Απριλίου 2012
Πέμπτη 5 Απριλίου 2012
Τετάρτη 4 Απριλίου 2012
where the hell are you
all?
i really do not want to grow up.
but mostly i do not want to end up michael-jackson-peter-pan-nut-job-caseΔευτέρα 2 Απριλίου 2012
If only we could disappear into a reflection
| Paris 2005 |
It happens. Will it go on? ---- My mind a rock, No fingers to grip, no tongue, My god the iron lung That loves me, pumps My two Dust bags in and out, Will not Let me relapse While the day outside glides by like ticker tape. The night brings violets, Tapestries of eyes, Lights, The soft anonymous Talkers: 'You all right?' The starched, inaccessible breast. Dead egg, I lie Whole On a whole world I cannot touch, At the white, tight [...] Paralytic-Sylvia Plath, 1965
Σάββατο 31 Μαρτίου 2012
*Που να πάω;
[...]
ΑΚΟΜΗ οδοιπορώ
στην ερημία των συνωστισμών,
στους ανύποπτους δρόμους.
Κανένας.
Τα παιδιά παίζουν δίχως να μαντεύουν
τις καμπάνες που κρούονται μακριά
σφραγίζοντας το αίμα τους.
Μπορούν ακόμα οι άνθρωποι και γελούν.
Μπορώ κι ακούω ακόμη
τις ομιλίες που κάμπτουν λοξά-εμπορικά πλοία που περνούν
πλάι σε μοναχικό φάρο
χτισμένον καταμεσίς στο πέλαγος. Απ’ τις μετόπες των μεγάρων
τα ρολόγια φωνάζουν:
μηδέν, μηδέν, μηδέν.
μηδέν, μηδέν, μηδέν.
Εκείνοι ερωτεύονται τυχαία,
εκείνοι χτίζουν την επικαιρότητα,
εκείνοι κρατούν τα βιβλία
γεμάτα ισχνούς ασκητές.
Τα τραίνα μεταφέρουν,μς από σταθμούς ερημωμένους,
την καταχνιά και τα κόκκαλα.
Οι πασχαλιές αναδεύουνέα μαβί υπόλειμμα
ξεθωριασμένου ονείρου
πάνω απ’ τα πέτρινα μέτωπα.
Τίποτα.
Κι αυτό το λίγο μύρο
τς παιδικής αναπόλησης
καταναλίσκεται μάταια
χωρίς ηχώ.
Κανείς δεν βλέπει.
Τεφρές νιφάδες
Καλύπτουν τη γη.
Θεέ μου,
6
να σφαλίσω τα μάτια
να σταυρώσω τα χέρια
και ν’ αφεθώ στων ανέμων τη διάθεση.
Έτσι βαθιά κουρασμένος
να κυλήσω στην άβυσσο
ενώ η ταχύτητα της πτώσης
θα σφυρίζει στ’ αυτιά μου
το τραγούδι της ανάπαυσης.
Κλείστε τα παράθυρα.
Η αυθάδεια του φωτός
κηλιδώνει το δάκρυ
μου.
Ας λείψει κι η άνθινη φλυαρία. Δε χρησιμεύει.
Μητέρα σιωπή
φέρε το χέρι σου
στους κροτάφους μου.
Στο γυμνό κρανίο μου
Τα φθινοπωρινά δάση
σαλεύουν τους ίσκιους τους.
Αδελφή μου, νυστάζω.
Που ν’ ακουμπήσω;
Πώς να
κοιμηθώ; Δεν έχω κλίνη.
Κ’ η άρρωστη αυγή
βρίσκει πάλι αναμμένη
τη λάμπα της αγρύπνιας μου.
[...]
(Πόσα χαμόγελα σύναξα
στην πικρή μοναξιά μου
για τη χαρά των ανθρώπων!)
[...]
![]() |
| Μονεμβασια με τον Ριτσο ανοιξη 2011 |
το στερνό σάρκινο ψίχουλομου το πήρες.
Δεν έχω δάκρυ πια. Δεν έχω δέος.
Δεν έχω τίποτ’ άλλο να μου πάρουν.
Πένης, γυμνός, και κατάμονος
-ιδού τα πλούτη μου
που κανείς δε μπορεί να μου τα πάρει.
Δε θα χτυπήσω καμμιά πόρτα.
Δε θα υψώσω παράκληση καμμιά.
Δίχως ψωμί
δίχως δασάκι
δίχως χαλκά
παίρνω το δρόμο της δύσης
με βήματα πλατιά και σταθερά,γυμνός και πλήρης,
άξιος να εγγίσω το Θεό.
[...]
Είναι αργά.
Μήτε ο θάνατος με δέχεται μήτε η ζωή.
*
Μήτε ο θάνατος με δέχεται μήτε η ζωή.
*
Όλα μ'αρνήθηκαν, όλα τ'αρνήθηκα.
Δε με παρηγορεί ούτε η σκέψη.
Ότι αγάπησα
μου το πήρε ο θάνατος και η τρέλα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



