Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009

Death: The High Cost oF Living


2.
Η πανεπιστημιακή έδρα της Ιατροδικαστικής είναι χωμένη με τις έδρες της Παθολογοανατομίας και της Φυσικής σαν σιαμαία τρίδυμα. Μόνο που ενώ οι δυο άλλες έδρες έχουν μια μεγάλη είσοδο από τα μπροστά που βλέπει σε κάτι άθλια, γέρικα δεντράκια, η είσοδος της Ιατροδικαστικής είναι στο πλάι, ίσα ίσα χωράει να περνάει ένας ένας τη φορά σαν θυσία στις Θερμοπύλες. Ο τελευταίος σταθμός ανάμεσα στους ζωντανούς για τους πολυπληθείς «ασθενείς» της συγκεκριμένης ειδικότητας, λίγο πριν τον χλοερό τόπο. Ακριβώς μπροστά έχει μια χοντρή, κλιμακωτή, τσιμεντένια σκάλα που βγάζει πάνω στις άλλες προκλινικές έδρες της σχολής. Τις περισσότερες φορές ανάμεσα στην είσοδο και τη δεξιά πλευρά της σκάλας είναι παρκαρισμένα φορτηγά από γραφεία τελετών ή οχήματα του στρατού ή της αστυνομίας. Όταν είχαμε ρωτήσει τον συφιλιδικό καθηγητή μας αν υπάρχει τρόπος να μπαίνουμε από την τοίχο-τοίχο ευγενέστερη έδρα της Παθολογοανατομίας, μας είπε με εκείνο το Jabba-the-Hutt χαμόγελο, παλιά υπήρχε πέρασμα, αλλά τελικά το κλείσανε (κάτι αντιδικίες για το ποια ειδικότητα είναι πιο άχρηστη) και πλέον τα δείγματα τα πήγαινε κάποιος στην Παθάν απ’ έξω. Βαρετές ιστορίες βαρετών πανεπιστημιακών.
Με τη Μαρτίνα πάμε να βρούμε την ευγενική γραμματέα του Αργυρίου. Συνομωτικα μας εξηγεί πως θα μας μετρήσει την παρουσία πίσω από την πλάτη του και να πάμε κάτω τώρα. Φοράμε τις τσαλακωμένες ποδιές μας βιαστικά μη μας δει κανείς. Αφήνουμε τα πράγματα και κατεβαίνουμε. Από το χολ βρομοκοπάει η σήψη. «Νεκροί αποκαλυπτόμαστε στις πραγματικές μας διαστάσεις κι αυτές είναι απελπιστικά σεμνές», κάποιος το ‘χε πει αυτό και το είχα σημειώσει στο ημερολόγιο μου. Δεν είναι ακριβώς άσχημη η μυρωδιά. Όταν με πιάνει χεράκι χεράκι η κατάθλιψη να παίξουμε αμελώντας να κάνω μπάνιο καμιά φορά για εφτά μέρες, μυρίζω πολύ χειρότερα. Είναι απλώς η ενοχλητική οσμή της αποθανούσης σάρκας. Μπορεί εγώ να το βλέπω έτσι γιατί για μένα η οσμή του σώματος είναι ουσιώδους σημασίας. Αν δεν μυρίσω κάτι δεν το ενσωματώνω μέσα μου, στη μνήμη μου. Πολλές φορές φέρνω τα στυλό στη μύτη με αποτέλεσμα να με κοροϊδεύουν οι φίλοι. Άλλες φορές σέρνω τα ρουθούνια πάνω στο χέρι μου. Ο καθένας μας έχει μια εντελώς προσωπική οσμή. Στο θάνατο όμως όλοι αναδύουν ταυτόσημη μπόχα.
Σύμφωνα με το απαρχαιωμένο βιβλίο μας η σήψη ξεκινά με μια πράσινη κηλίδα στο δεξιό λαγόνιο βόθρο, περίπου εκεί που είναι η δεξιά ωοθήκη. Η λέξη «βόθρος» δεν βοηθά και πολύ στην λείανση των πραγμάτων. Η Στελλίνα μου τηλεφωνεί κάθε μέρα ότι δεν μπορεί να τη διαβάσει αυτή τη μαλακια. Εικόνες ανθρωποκτονιών-–ένας πατέρας ψυχικά άρρωστος που σκότωσε το αγοράκι του--, αυτοκτονιών-–μια υπέρβαρη να έχει καταμαχαιρωθεί στο λαιμό--, ασφυξιοφιλικων, εικόνες ατόμων που πέθαναν από πυροβόλα όπλα. Έχει, λέει, καλύψει όλες τις εικόνες, μερικές τις έχει σκίσει κιόλας, μέχρι και στη μαμά της έδειξε το περιεχόμενο του βιβλίου για να τη σοκάρει, έτσι ηρεμεί, μου είπε. Βλέποντας κάποιον άλλο πιο φρικαρισμένο από εκείνη παίρνει πάλι τον έλεγχο.
Προσωπικά της πρότεινα να δει το όλο ζήτημα πιο ντεντεκτεβίστικα. Οι πολλές ταινίες μου έχουν διαταράξει το μυαλό το μυαλό, λέει. Δεν αντιλέγω. Όλες οι αστυνομικές σειρές, με φορένσικς, με ιατροδικαστές και ανθρωπολόγους με συναρπάζουν. Δεν έχω αφήσει καμιά. Μέχρι που σκεφτόμουνα να ακολουθήσω τον συγκεκριμένο κλάδο. Μετά όμως την πρώτη επίσκεψη στο νεκροτομείο άλλαξα γνώμη. Στην οθόνη όλα είναι καθαρά, δεν μυρίζει τίποτα, τα εργαστήρια υπερσύγχρονα με ειδικούς εξαερισμούς, βοηθούς, τελέυταίας τεχνολογίας εργαλεία και επιπρόσθετα δείχνουν υψηλής δημοτικότητας υποθέσεις όπου η περιέργεια εύρεσης του δολοφόνου υπερνικά την αηδία γι αυτό που κάνεις. Εδώ πέρα, με μαρμαρένια τραπέζια, το βρώμικο δάπεδο και με μόνο εξαερισμο τα παράθυρα ψηλά στο δωμάτιο νιώθεις λιγότερο γιατρός και περισσότερο χασάπης.
Όπως και να ‘χε τουλάχιστον αυτή τη φορά θα μας έδειχνε την νεκροτομή ένας νεαρός, μελαχρινός ειδικευόμενος με όρεξη να μας μάθει και κάτι. Μη στεκόμαστε σαν κούτσουρα δίπλα του. Τις προηγούμενες φορές καθόμουνα παράμερα αρνούμενη να κοιτάξω κατάματα ένα γεγονός που δεν αποδέχομαι ότι υπάρχει. Αυτή τη φορά ωστόσο με μόνο εμένα και τη Μαρτίνα από φοιτητές και το νεαρό γιατρό να μας εξηγεί το κάθε τι που έκανε είπα να συμμετέχω πιο ενεργά. Ας έδινα άλλη μια ευκαιρία μήπως μου άρεσε κατά βάθος ακόμα η συγκεκριμένη ειδικότητα.
Η πρώτη έκπληξη ήρθε με την ηλικία του «ασθενούς». Πρέπει να ήτανε εικοσιπέντε με εικοσιοχτώ... Είκοσι-έξι μας είπε μετά ο ειδικευόμενος. Τον βρήκανε μέσα στο Θερμαϊκό κάτι παιδιά γυμνασίου που είχανε πάει εκδρομή το πρωί. Ήταν περίεργο να κάθομαι να τον κοιτάζω. Έμοιαζε με κούκλα από καουτσούκ. Τόσο ακίνητος. Τόσο ψεύτικος. Μου φαίνεται εξωφρενικό να υπάρχουν κάποιοι που τον θεωρούσαν κάποτε αληθινό. Χτες μπορεί ο ίδιος Τζον Ντο να έπινε καφέ με φίλους στο Πάστα Φλώρα. Τους χαιρέτησε. Έκανε μια μοναχική βόλτα στην παραλία και ιδού τα αποτελέσματα. Είναι αρκετά πιο ψηλός από τον μέσο Έλληνα. Με πυκνά, σγουρά μαλλιά και κοντοψαλιδισμένα γένια.
Βλέπω το νυστέρι που σιγά σιγά σκάβει την κεντρική λεωφόρο του κορμού του. Ύστερα ανοίγουν το θώρακα σαν μπουμπουκιασμένο τριαντάφυλλο. Πάω πιο κοντά, αλλά δεν είναι τίποτα εκεί. Όλα λείπουνε. Η καρδιά, τα πνευμόνια, το συκώτι, το έντερο... Ένα κούφιο, άθικτο πτώμα. Κάποτε είχα διαβάσει σε μια ιστοσελίδα ότι η αποσύνθεση ξεκινάει από μικροοργανισμούς που παρασιτούν φυσιολογικά μέσα μας και συγκεκριμένα στο έντερο μας. Αμέσως μετά το θάνατο, τα καλοήθη αυτά μικρόβια ξεκινούν να κατατρώνε τον φιλόξενο ξενιστή τους, αγνώμονα για όσα τους προσέφερε επί χρόνια. Λιώνουμε κάτω από το βάρος της αγάπης μας λοιπόν. Κοιτώντας τον άγνωστο νεαρό αναρωτιέμαι αν έμεινε τόσες μέρες στο νερό που οι αιματολάφτες του τον αδειάσανε από κάθε απόδειξη ζωης. Θέλω να τον αγγίξω. Να αφήσω το χέρι μου να χαθεί στο εκμαγείο του σώματος του. Μακάρι να μπορούσα να του δώσω κάτι δικό μου. Μια μικρή ποσότητα πνοούσας σάρκας πριν τον πετάξουν στο λάκκο. Είναι τόσο άδικο...


Ενα μικρο αποσπασμα απο το Σπιραλ. Περασαν κιολας τρια χρονια που το εγραψα και μερικες κουβεντες με τη Μελια πριν απο λιγο μου το θυμησαν. Θα 'θελα να γραψω τοσα πολλα μα το μυαλο μου εχει μουδιασει. Αναμνησεις, επιθυμιες, ενας θυμος ατελειωτος για την υπενθυμιση του οτι ολα ειναι βιαστικα πεπερασμενα. Κι υστερα η υστερικη σπιθα για το ψευτικο παραμυθι που η πριγκιπισσα θα κοιμηθει χιλια χρονια μεχρι το βασιλοπουλο να της δωσει το πολυποθητο φιλι στα χειλη. Και θα ειναι σαν να μην περασε μια μερα απο τα δεκατα ογδοα γενεθλια της...